Απόθεμα κάλτσας.

Α

Η βραδυνή κουβεντούλα στο κρεβάτι τελείωσε ένδοξα. Το δικό μου, σε τετ-α-τετ στάση, σ’ αγαπώ πολύ, κατατροπώθηκε από το δικό της, μυρίζεις σκόρδο και την άμεση περιστρoφή του σώματος κατά 180 μοίρες. Μετά οι πλάτες χαχάνισαν η μία με την άλλη και μας πήρε ο ύπνος.

Είχε προηγηθεί το δράμα των βαθμών, βαθμών που δεν ανταποκρίνονται στις ευγενείς προσδοκίες αλλά και προσπάθειες (βλ. ιδιαίτερα μαθήματα) της Αζ. Η μικρή διαπρέπει στις ξένες γλώσσες, στη γεωγραφία, στα μαθηματικά αλλά και σε πολλά άλλα. Μιλάει ήδη άπταιστα τρεις γλώσσες,  TikTok, Instagram, & Playstation. Αν τη ρωτήσεις που είναι το Μεξικό θα σου πει κάπου ενώ γνωρίζει πολύ καλά πως 118-87 κάνει, όσο πρέπει.

Φυσικά ως τέκνο δύο ανθρώπων που ζητούν τη βοήθεια του κοινού για το πως συνδέεται το bluetooth με λοιπές συσκευές και ταξιδεύουν -επί χρόνια- οδικώς για ώρες χωρίς μουσική, γιατί μέχρι πριν 1 μήνα δε γνώριζαν το spotify, τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά καλά. Τουλάχιστον πάει σχολείο, καταλήξαμε για να ολοκληρώσουμε με, και ποιός θέλει να πάει σχολείο; Σωστό και αληθές. Ποιός θέλει να πάει σχολείο;

Μέχρι να τελειώσει το σχολείο είχα μάθει όλα όσα χρειαζόμουν, πόκα, πόκερ, μπιλιάρδο γαλλικό, αμερικάνικο, εννιάμπαλο, τρισποντες είχα ρεκόρ στα τρίποντα από τη κορυφή της ρακέτας ενώ πληρωνόμουν αδρά για να ετοιμάζω σκονάκια ή να βοηθάω στην αντιγραφή. Προτού όμως φτάσω σε αυτό το υψηλό συναλλακτικό επίπεδο στα γόνιμα χρόνια του Λυκείου, είχα περάσει από την Κατωτάτη Εμπορική στην οποία φοίτησα ανάμεσα στην 3η και 6η δημοτικού. Εκεί έβγαλα λεφτά πουλώντας κάλτσες Ολυμπιακού, ΑΕΚ και Παναθηναϊκού στους συμμαθητές μου, κάλτσες που είχαν πλημμυρίσει το σπίτι μας όταν ο πατέρας από τις πολλές κορτιζόνες μεταμορφώθηκε σε Ωνάσης της γειτονιάς και αγόραζε ότι του γυάλιζε. Έτσι μια μέρα του γυάλισε ένα ολόκληρο κατάστημα και εγκρατής όπως πάντα, το αγόρασε ολόκληρο.

Γεμίσαμε κάλτσες, τρενάκια, ομπρέλες, ποτήρια, καρέκλες, ένα σπίτι γιουσουρούμ. Μέχρι η μάνα μου να βγάλει άκρη με τη κορτιζονούχα αλλά και τη φυσική τρέλα του πατέρα, εγώ είχα κάνει τις κάλτσες γκραν σουξέ στο δημοτικό. Το τάλιρο και κάλτσα έπεφτε σύννεφο και το ηλεκτρονικό γοριλάκι της γειτονιάς είχε χάσει καμιά 20άρια κιλά γιατί έπαιζα με τις ώρες. Ο άλλοτε τροφαντός και αρενωπός γορίλας που ανεβοκατέβαινε τις σκάλες και χοροπηδούσε όταν περνάγαν βαρέλια, έμοιαζε με σκελετωμένο πίθηκο σ’ ερειπωμένο ζωολογικό κήπο μετά από τόσο ανελέητο παιχνίδι.

Επειδή ήξερα όμως πως το απόθεμα κάλτσας τελειώνει και όταν τις πουλήσω όλες, δεν θα έχω πια τι να πουλάω, είχα ήδη δημιουργήσει μια δεύτερη παράλληλη πηγή εισοδήματος ιδρύοντας με τον φίλο μου τον Αλέκο μια μικρή βιοτεχνία τη “ΣΦΕΝΤΟΝΕΞ”. Έδρα είχαμε στο παγκάκι της γειτονιάς και ειδικότητα μας ήταν η παραγωγή σφεντόνας. Διχάλες από τα πεύκα τις οποίες αποφλοιώναμε και λειαίναμε, λάστιχο τετράγωνο και δέρμα μαλακό από τον ράφτη της γειτονιάς, σύρμα από μπορούσαμε να κλέψουμε και παράδοση κατ’ οίκον. Όλοι οι φλώροι που δε μπορούσαν να φτιάξουν μια ωραία, γερή, ξύλινη σφεντόνα από εμάς αγοράζαν. Αργότερα σταμπάραμε και μια οικοδομή που είχε μέσα σωλήνες πλαστικές κι αφού κάναμε μερικές καταδρομικές επιδρομές, επεκταθήκαμε και στη παραγωγή φυσοκάλαμου.

Το μυαλό μου ήταν παντού αλλού, εκτός του σχολείου. Εγώ ο ίδιος όμως έρχομαι σήμερα να κάνω δίδαγμα για το σχολείο, δίδαγμα που δε πιάνει μία γιατί η μικρή ξέρει το ποιόν μου, κάνει πως μ’ακούει για να μου κάνει το κέφι ενώ εκείνη μες το μυαλό της ακούει ντίρι ντάχτα κι εγώ βλέπω πίτσες. Καθόλου δε μου άρεσε το σχολείο, υπέφερα θα έλεγα, όλοι μου οι φίλοι ή είχαν πολύ καλούς βαθμούς ή έκαναν πολύ καλές σούζες, εγώ δε μπορούσα να πετύχω σε τίποτα από τα δύο ενώ και στα δύο, έπεφτα συνεχώς.

Το σχολείο και τα λοιπά επίπεδα εκπαίδευσης υποτίθεται θα σε βοηθήσουν  για να πετύχεις στη ζωή. Έχω όμως γνωρίσει τόσους δυστυχείς διπλωματούχους που όσο κι αν μερικές φορές ζηλεύω τα διπλώματα τους γιατί ακόμα δεν ξέρω να κάνω αφαίρεση, δε μπορώ να κρύψω τη χαρά μου βλέποντας τη μικρή να γελάει μέχρι δακρύων με κάθε μια βλακεία που μπορεί να συμβαίνει, να χορεύει και να τραγουδά με κάθε ευκαιρία και να μπορεί πει, σ’ αγαπώ, συγγνώμη κι ευχαριστώ άκοπα, γεμάτα κι ελεύθερα.

Το σχολείο ξεκινά από το σπίτι λένε και έτσι είναι νομίζω. Μόνο που μάλλον στη δική μας περίπτωση, εκεί ξεκινά κι εκεί τελειώνει.

Γιάννης Κακούρης