The long shot.

T

Δευτέρα, εγερτήριο, καφές, μέιλ, υπολογισμοί. Τα λεφτά δε φτάνουν, τα λεφτά ποτέ δε φτάνουν. Το ίδιο πρόβλημα έχουν κι οι πλούσιοι; Όχι μάλλον, λογικό. Οι πλούσιοι γιατί αυτοκτονούν; Το χρήμα λέει δε φέρνει την ευτυχία φέρνει όμως όποια δυστυχία θέλεις. Αν είχα πολλά λεφτά τι θα έκανα; στοπ. Σκυλιά, πάρκο, τρέξε Λάρα τρέξε. Επιστροφή στη δουλειά, καφές, μέιλ, υπολογισμοί, στις 2 νοσοκομείο. Το τραγούδι λέει έλα να πάμε στο νησί η μάνα σου εγώ κι εσύ, εμείς το κάναμε έλα να πάμε στο νοσοκομείο. Τι γίνεται; Πεθαίνει; Μάλλον. Σίγουρα; Όχι σίγουρα, θα δούμε. Πόσο καιρό έχει; Δεν ξέρω, πάμε τώρα έχω αργήσει πρέπει να πάω στη δουλειά. ΟΚ πάμε τώρα.

Που πάμε; Κανείς δε ξέρει. Πότε θα φύγουμε για εκείνο το μέρος που όλοι θα πάμε αλλά κανείς δε ξέρει που είναι; Kανείς δε ξέρει. Επιστροφή, καφές, μέιλ, υπολογισμοί, τα λεφτά δε φτάνουν, τα λεφτά ποτέ δε φτάνουν. Αύριο πρέπει να φύγω ταξίδι, τι ώρα; κατά το απόγευμα μάλλον, την Τετάρτη πρέπει να πάω τη μάνα μου στο νοσοκομείο κι έχει απεργία κι έχω και χίλιες άλλες δουλειές. Θα τα καταφέρεις με τα σκυλιά; Ναι νομίζω ναι. Οκ πρόσεχε, οκ κι εσύ.

Τρίτη. Μέρα χαμένη στη μετάφραση, ταξίδι στο Nότο, αργά το απόγευμα προς το βράδυ. Μc Donalds στο αμάξι, ακούω stand up κατά τη διάρκεια όλης της διαδρομής. Ο ήλιος δύει, οι πρώτοι αργυροπελεκάνοι ταξιδεύουν κι αυτοί προς το Νότο, πάνε προς τη Κερκίνη ακολουθώντας τον Στρυμόνα. Φτάνω στο λαμαρινένιο chateau / αποθήκη που την έχω κάνει σαν διαμέρισμα, είναι δίπλα στη δουλειά, δίπλα στο εργαστήριο, βολεύει. Εκεί είναι μάνα μου ήδη λίγες ημέρες, περιμένει, αύριο πάμε στο νοσοκομείο.

Τετάρτη. Εκκίνηση νωρίς, τα σύνορα άδεια, πρέπει να την αφήσω ανατολικά και μετά να διασχίσω τη πόλη και να πάω δυτικά αλλά τα έργα στη πόλη δυσκολεύουν το cross country. Πάμε και βλέπουμε. Τηλέφωνο, τι γίνεται; Πως είναι τα πράγματα εκεί; Υστερία, κλάμα, πανικός. Ναι λογικό, υπομονή, ναι υπομονή. Στάση στο νοσοκομείο, συννενοήση, ναι οκ μάνα θα σε πάρω όταν τελειώσω. Περνάω τη πόλη ανέλπιστα πολύ γρήγορα, κίνηση ελάχιστη, έχει απεργία, ο κόσμος δε πάει στη δουλειά. Τι απεργία είναι; Για την ακρίβεια και τους νεκρούς στα Τέμπη. Ποιό είναι πρώτο; Εξαρτάται ποιός είσαι. Συνεχίζω.

Τηλέφωνα, κινητό στο χέρι, οδηγώ. Στάση για να πάρω 2 μπιτόνια λάδια για ένα μηχάνημα, το είχα κανονίσει. Μπούρου μπούρου με κάτι μαστόρια για αντλίες, εργαλεία καιταλοιπά, φεύγω. Φτάνω στο ραντεβού, ένα εργοστάσιο καμένο, μηχανές καμένες, έπιπλα καμένα, μαυρίλα και καταστροφή παντού. Πρέπει να κάνω αποτίμηση της ζημιάς και να δώσω την ενδεχόμενη αξία των μηχανημάτων που έχουν απομείνει ή να ενημερώσω τους ιδιοκτήτες πως είναι μόνο για scrap. Θα μπορούσαν ίσως να χρησιμοποιηθούν για ανταλλακτικά, κάτι σαν τους δωρητές οργάνων. Ξέρω από το πρωί τη δουλειά πρέπει να κάνω κι έχω ντυθεί σα μαύρος, ρούχα πρόχειρα και παλιά γιατί θα τα λερώσω. Μπορεί να είναι καλή μπίζνα σκέφτηκα όταν τη πρωτοείδα, πάμε και βλέπουμε.

Φοράω γάντια στα χέρια, φακό στο κεφάλι και χώνομαι μέσα στα σπλάχνα των καμμένων μηχανών για να διαπιστώσω τη ζημιά. Η οροφή ετοιμόρροπη, λες να πέσει; σκέφτηκα. Όλη την ώρα μαζί μου ο ιδιοκτήτης, 80 χρονών και βάλε, μου λέει τον καημό του, πως ξεκίνησε, πως ο πατέρας του είχε μηχανουργείο, πως αυτός έμαθε τη δουλειά, πως έφτασε να κάνει εργοστάσιο ιδιόκτητο. Γιατί έρχεσαι τον ρωτάω, δε στεναχωριέσαι; Τώρα πάει, συνήθισα, απάντησε. Κυκλοφορούμε με έναν φακό εδώ κι εκεί, μπροστά εγώ, πίσω αυτός και τούμπαλιν. Τη βλέπεις αυτή τη πρίζα στις σκάλες; Εγώ την είχα βάλει για να βάζω εδώ την ηλεκτρική και να τις καθαρίζω. Καμένα όλα τα πριν, καμένα κι όλα αυτά που ήλπιζε ν’ αφήσει μετά, όλα έπεσαν στη φωτιά. Σκουπίζομαι, χαιρετώ, φεύγω.

Στο αμάξι καφές, τηλέφωνα, υπολογισμοί. Πρέπει να διασχίσω πάλι τη πόλη να πάω πάλι ανατολικά να πάρω τη μάνα μου που έχει τελειώσει από το Θεαγένειο. Τηλέφωνο, έλα τι γίνεται επάνω; Αύριο σε χρειάζομαι στη Σόφια. Τι έχουμε; Γιατρό τα σκυλιά κι έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα δε μπορώ μόνη μου, ναι οκ μη στεναχωριέσαι θα είμαι στις 2 το μεσημερί, οκ γειά, οκ γειά. Τι ωραία που θα ήταν να λέγαμε οκ γειά όταν πεθαίνει κάποιος γιατί θα ξέραμε πως θα συναντηθούμε ξανά. Απο που να πάω, περιφερειακό ή κέντρο; Ας πάω από το κέντρο, σκέφτομαι. Διαδηλώσεις, φασαρίες, μπλέκομαι στο χαμό. Ματ, μολότοφ, μπλόκα, πετροπόλεμος. Οι τροχονόμοι στέλνουν τα αυτοκίνητα και τα λεωφορεία από δρομάκια που δε χωράνε ούτε οι σκέψεις μου, τον ήπια σκέφτηκα.

Στρίβω έτσι και στρίβω αλλιώς βρίσκομαι ακόμα πιο μέσα στις φασαρίες, μέχρι που πέφτω στο μάτι του κυκλώνα, στο σημείο που δεν υπάρχει κανείς κι εγώ διασχίζω για λίγο ένα κομμάτι της πόλης εντελώς έρημο. Καταφέρνω ξεφεύγω, προχωράω πιο κάτω, βγαίνω από το πρόβλημα, φορτώνω τη μάνα μου, φεύγουμε. Θέλουμε να ψωνίσουμε διάφορα και η διάθεση μου, αφού έτσι κι αλλιώς τα λεφτά δε φτάνουν, είναι δε γαμιέται… Την πάω στο Έργον στη Καλαμαριά, θέα θάλασσα, όλα τα καλά και μπροστά μπροστά τραπεζάκια έξω. Μουσική παντού, ψωνίζουμε χαλαρά και όμορφα. Πάγκος για παγωτό, στάση, χτυπάμε απο δύο μπάλες έκαστος καθίμενοι στο παγκάκι που έχει μέσα στο σουπερ μάρκετ για τους μπον βιβέρ. Λουκάνικο, γραβιέρα, κιμάς, γάλα εβαπορέ, καφές, πατατάκια. Ντομάτες, κρεμμύδια, ψωμί, πατάτες Κύπρου, λεμόνια, φύγαμε.

Επιστροφή προς Βουλγαρία και στάση στο Σιδηρόκαστρο για μία πληρωμή σε ΑΤΜ. Κάθε Πέμπτη στο Σιδηρόκαστρο έχει λαϊκή, ένα τρόπων τινά τοπικό πανηγύρι που όλοι συναντάνε όλους, τα μαγαζιά είναι τίγκα και οι δρόμοι γεμάτοι πάγκους και περαστικούς που σχεδόν όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Ενώ το πρωινό της Πέμπτης συντελείται μια κοσμογονία στο Σιδηροκάστρο, το απόγευμα της Τετάρτης είναι κηδεία κανονική. Ούτε γάτες δεν είδαμε παρά ταύτα ένα σουβλατζίδικο το βρήκα και χτύπησα 2 πίτα γύρο. Η μάνα μου είχε σκάσει λέει με το παγωτό, δεν τη πίστεψα και της πήρα ένα σουβλάκι. Τελικά είχε δίκιο και έτσι “αναγκάστηκα” να φάω και το δικό της.

Επιστροφή στην αποθήκη με τα πάνελ και τις λαμαρίνες που την έχουμε κάνει σπίτι γιατί η ανάγκη βλέπεις σε κάνει βολικό. Ξεφορτώνω, η μάνα μου κόβει πατάτες να κάνουμε ένα μεζέ για το βράδυ από αυτά που πριν λίγο ψωνίσαμε. Στους μεζέδες λέμε ναι που λέει κι ο Λουκιανός. Κρασί κόκκινο δροσερό, λουκάνικο και πατάτες στο φούρνο. Έχει προηγηθεί ζεστό μπάνιο, η μέρα κλείνει πιο καλά από ότι ξεκίνησε. Αύριο περιμένω τεχνικούς να έρθουν από Θεσσαλονίκη, η μάνα μου λέει θα φτιάξει φασολάδα, εγώ πρέπει να πάω Σόφια για τα σκυλιά και το βράδυ να γυρίσω. Στην επιστροφή θα πάρω και τη Λάρα μαζί μου. Καιρός βροχερός, τα λεφτά δε φτάνουν, ύπνος, δεν ονειρεύομαι τίποτα.

Πέμπτη. Μέρα βροχερή, οι τεχνικοί έχουν έρθει, καφές, μέιλ, υπολογισμοί, άλλη μια μέρα που σχεδόν τίποτα δεν είναι όπως το θέλω. Η δύναμη μου δε φτάνει να σπρώξω το κατασκευάσμα στο γκρεμό και ακόμα κι αν εφτανε μάλλον δεν θα το έκανα. Δεν έχω δύναμη να φτιάξω άλλο. Με καλέμι και σκαρπέλο πρέπει να σκαλίσω τον όγκο που έχω δημιουργήσει, μέσα, έξω, γύρω μου. Η αποδόμηση μιας ζωής είναι ένα νόμισμα με μία όψη εξαιρετικά γοητευτική και μία τρομερά αποκρουστική. Αν μη τι άλλο, είμαι ο μόνος από τους γύρω μου που γνωρίζω εκ των έσω τι σημαίνει να ζεις μόνος και τι όχι. Το νόμισμα στριφογυρίζει στα ακροδάχτυλά μου μέχρι να βρω το θάρρος να το πετάξω ψηλά στον αέρα και να διαλέξω κορώνα ή γράμματα.

Ανηφορίζω για Σόφια, παίρνω τα σκυλιά, τα πάω στο γιατρό, περνάει ώρα κάμποση, συναντιόμαστε. Η αγάπη στα μάτια της και στο χαμόγελο της είναι αιτία παύσης κάθε θύελλας. Πέντε χρόνια έχουμε οργώσει νοσοκομεία σε Ελλάδα και Βουλγαρία, μεγαλώνουμε ένα παιδί, είχαμε ένα σκυλί και τώρα έχουμε δύο, έχουμε περάσει μέσα από τη φωτιά και συνεχίζουμε. Αντέχεις; Αντέχω. Σ’ αγαπώ, κι εγώ σ’ αγαπώ. Οκ γειά, οκ γειά. Με τη Λάρα στο πίσω κάθισμα επιστροφή προς το Νότο, πάλι mcdonalds, πάλι stand up. Φτάνω στο λαμαρινένιο chateau, τρώω παγωτό και βλέπω αυτές τις αστυνομικές σειρές που έχει το βράδυ το Μακεδόνια TV. Αυτός ο Vincent D Onofrio στο ρολό του ψυχαναγκαστικού και ευφυούς ντετέκτιβ με κάνει να πιστεύω πως υπάρχει Θεός.

Παρασκευή. Οι δουλειές που κάνω δεν είναι οι δουλειές που θέλω να κάνω, οι δουλειές που θέλω να κάνω δε μπορούν για την ώρα να συντηρήσουν τίποτα, πόσο ακόμα θ’ αντέξω να τρέχω παράλληλα; Πόσο ακόμα θα θέλω; Βόλτα με τη Λάρα πρωί πρωί, δε φαίνεται να νοιάζεται για όλα αυτά. Αύριο Σάββατο, πρέπει το πρωί να φύγω για Θεσσαλονίκη, η μάνα φεύγει πάλι για Αθήνα με το λεωφορείο κι εγώ μετά τα ΚΤΕΛ θα πάω στην Αριδέα για δουλειά και το βράδυ Σόφια. Η Παρασκευή περνάει με δουλειές κι ετοιμασίες. Ψωνίζουμε με 60 ευρώ πάνες για τον πατέρα και καθαριστικά για το σπίτι που για τις ίδες ποσότητες στην Ελλάδα θα θέλαμε 200. Πατέρα χέσε όσο θες, έχουμε πάνες για 3 μήνες.

Μπαγκάζια ετοιμάζονται, καλλιτεχνίες συζητιούνται, πλάνα για το υπόλοιπο του μηνός γίνονται, Η μάνα παίρνει μαζί της υλικό να δουλέψει στην Αθήνα, σε ένα μήνα πάλι μαζί. Ακολουθεί δείπνο με ρολό χοιρινό και πατάτες Κύπρου στο φούρνο και ύστερα πλύσιμο όλα τα κουζινικά που τρώγαμε και πίναμε 3 μέρες. Η μάνα μου με τρώει να τα πλύνει εκείνη αλλά δεν την αφήνω. Στο λαμαρινένιο chateau δεν υπάρχει νερό στην υποτυπώδες κουζίνα που μαγειρεύουμε κι ο μόνος κοντινός νεροχύτης είναι αυτός στο μπάνιο. Στο νεροχύτη δε χωράνε η κατσαρόλα με το υπόλοιπο φασολάδας με λουκάνικο Τρικάλων, ούτε και το ταψί τις πατάτες Κύπρου.

Πενία τέχνας κατεργάζεται, κι έτσι λοιπόν ο φτωχός Μαγκάιβερ εγώ, Παρασκευή απόγευμα, τρίβει κατσαρόλες και ταψιά επάνω στη τουαλέτα τα οποία τα ξεπλένω με καυτό νερό από το ντους! Τα μισά φασόλια κοσμούν το πάτωμα και τα άλλα μισά τη χέστρα, ζαμάν φου. Γυαλίζω τα πάντα, φτιάχνω μπαγκάζια, ετοιμάζομαι για αύριο γιατί πρέπει να ξεκινήσουμε στις 07.30, άρα εγώ πρέπει να ξυπνήσω 6. Βγάζω τη Λάρα βραδυνή βόλτα, κάνω καυτό ντους κι αράζω με γαριδάκια, παγωμένη κόκα κόλα και παγωτό ξυλάκι να δω τον ψυχασθενή ντετέκτιβ.

Σάββατο. Στα ΚΤΕΛ στην ώρα μου, αποχαιρετισμός στα όπλα, ώρα καλή μάνα, να σε δω πάλι σύντομα. Ξεκινάμε με τον Άγγελο για Αριδέα. Ο Άγγελος είχε πολλούς φίλους, είχε κι έναν φίλο που τον φώναζαν “τι βρωμάει”. Αυτό μου έχει φανεί πολύ αστείο αλλά πολλά από αυτά που λέει και θυμάται ο Άγγελος είναι πολύ αστεία. Ιστορίες μιας άλλης εποχής με παντελόνια καμπάνες, μαλλιά μακριά και πιστεύω που ακόμα δεν είχε προδώσει κανείς. Τελειώνουμε τη δουλειά, πάμε στο Μπιτ Παζάρ, τον ρωτάω; Όχι λέει, φύγε κι εσύ να πας σπίτι σου έχεις δρόμο μπροστά σου. Από την Αριδέα στη Θέρμη για να τον αφήσω και στην επιστροφή αντί να βγω για περιφερειακό βάζω πλώρη για το κέντρο, ώρα 15.30. Μια εβδομάδα πέρασε και δεν έκανα 3 λεπτά το κέφι μου σκέφτηκα, Λάρα είσαι μέσα για Μπιτ Παζάρ; Μέσα αφεντικό, είπε η Λάρα κι έτσι ξεκινήσαμε.

Φτάνω στο πάρκινκ, η συρόμενη πόρτα ανοιχτή, μπαίνω, παρκάρω, βγάζω τη Λάρα, ετοιμάζομαι, η συρόμενη κλειστή, ντόινκ! Τηλέφωνο επικοινωνίας κανένα, άνθρωπος κανένας, τρόπος ν’ ανοίξει η πόρτα κανένας, μάστα. Η Λάρα κοιτάζει εμένα, εγώ κοιτάζω τη Λάρα. Τι κάνουμε; δεν έχω ιδέα λέει. Καβαλάω τη μάντρα, πηδάω τα σύρματα, η Λάρα κλεισμένη μέσα. Πάω στα γύρω μαγαζιά βρίσκω τον τύπο, σόρυ λέει μάλλον από λάθος έκλεισε. Η Λάρα εξέρχεται δίχως να πηδήξει τη μάντρα με τη γοριλοδειδή δική μου χάρη.

Περπατώντας στα στενά του κέντρου, σε γωνία πάνω, παρκαρισμένο ένα άουντι έχει κλείσει όλο το δρόμο και μέσα στο αμάξι ένα παιδί, κοριτσάκι σκάρτα 10. Κοιτάζω πινάκιδες, Σκόπια. Ξεκινάω και της μιλάω στη γλώσα της όσο μπορώ. Πόση ώρα είναι το αμάξι εδώ; ρωτάω, εικόσι λεπτά γεμάτα μου απαντάνε οι μαγαζάτορες. Με το παιδί έτσι παρατημένο; Ναι, έτσι. Το παιδί δε μιλάει, κάτι δείχνει πως κάπου είναι μπαμπάς της αλλά μπαμπάς μηδέν. Παίρνω αστυνομία, έτσι κι έτσι, ερχόμαστε. Μέχρι να έρθουν έρχεται ένας μάλαξ τρέχοντας signomi signomi. Ρε φίλε μετά από όλα αυτά πόσο πολύ ήθελα να του χώσω μια μπουνιά στα μούτρα δε φαντάζεσαι, φεύγω.

Φτάνω Μπιτ Παζάρ, το παλαιοπωλείο που θέλω είναι συνήθως κλειστό, αυτή τη φορά ανοιχτό. Διαλέγω καρτ ποστάλ εποχής και κάτι παλιά φάκελα. Τα φάκελα κάνουν σουβέρ όνειρο. Παλιά περιοδικά; ρωτάω, πάνω στο πατάρι λέει ο τύπος ο οποίος βήχει σα φυματικός. Περνάει πρώτος αυτός ανάμεσα από κάτι κολώνες με βιβλία και ένα σωρό πράματα και γυρίζει να με κοιτάξει καθώς έπρεπε ν’ ακολουθήσω. Θα καταφέρετε να περάσετε, με ρώτησε κάπως διακριτικά μια και ήμουν σχεδόν όσο 2 αυτός. Θα τα καταφέρω, απάντησα με αυτοπεποίθηση. Τα κατάφερα με ντροπή.

Με χρεώνει 17 ευρώ για λάφυρα που στο ιντερνετ θα έδινα 50 και πάνω, για πρώτη φορά η εβδομάδα έχει νόημα. Η Λάρα που το πρωί ξάπλωνε μες τα λάδια στο εργοστάσιο στην Αριδέα, τώρα ξαπλώνει μες τη λίγδα στο πεζοδρόμιο, να δω πως θα την πάω πίσω. Προς στιγμή σκέφτομαι να τη πλύνω σε ένα από αυτά τα αυτόματα πλυντήρια για τα αυτοκίνητα, τη λυπάμαι όμως, άστο. Κατά τις έξι από απόγευμα ξεκινάω, Σέρρες, Σιδηρόκαστρο, Προμαχώνας, Σόφια. Σκέφτομαι πως μόλις περάσω τα σύνορα θα πάρω ένα freddo espresso και θα ακούσω stand up μέχρι το τέλος της διαδρομής, κάτι τυχαίο, ίσως μέσα από το κανάλι dry bar comedy. Μετά, θα φτάσω σπίτι κι όλα θα είναι αλλιώς. Φτάνω νύχτα, John τρέξε, έχει φράξει η αποχέτευση και έχει γεμίσει το σπίτι νερό.

Ο Τσάρλι Τσάπλιν είπε κάποτε, “Η ζωή στο κοντινό πλάνο μοιάζει με τραγωδία ενώ στο μακρινό με κωμωδία”. Θυμάμαι την εβδομάδα από την αρχή μέχρι το τέλος, γελάω, προχωράμε.

https://www.youtube.com/watch?v=Ap1NWv50TNI

Γιάννης Κακούρης