μΥδράλιο.

μ

Εχθές κηδέψαμε τον νεκρό. Οι κηδείες μοιάζουν με πένθιμα πανηγύρια, σιχαίνομαι τα πανηγύρια, πόσο μάλλον τα πένθιμα. Ο θάνατος του νεκρού ήταν το κερασάκι. Αισθάνομαι καιρό πως θα σκάσω κι έτσι πριν σκάσω και γίνουμε δύο τα κερασάκια σε μία τούρτα, αποφάσισα ν’ αρχίσω να γράφω. Θα γράφω κάθε μέρα, σήμερα είναι η 1η. Αυτός είναι ίσως είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζω για να βρω μια διέξοδο. Τη γλώσσα μου κανείς δεν την ξέρει, τη δικιά τους δεν την έχω μάθει κι ο καημός δεν εκφράζεται εύκολα με Αγγλικά, εξόν κι αν λέγεσαι Σύλβια Πλαθ.

Αφού δε μπορώ να μιλήσω σε κανέναν όπως αισθάνομαι, ας μιλήσω τουλάχιστον σε μένα, ίσως κάτι να βγει, αυτό σκέφτηκα, έτσι ένιωσα, έτσι νιώθω. Πάντα έγραφα, στίχους, ωραίες επιστολές, μερικές μικρές ιστορίες. Κάποτε κατάφερα κι έριξα στο κρεβάτι γυναίκα που δε με είχε δει ποτέ, την είχα γοητεύσει με τα μηνύματα ή ήταν πολύ απογοητευμένη, δεν έμαθα. Κι ο λόγος που δεν έμαθα είναι, πως ναι μεν έφτασε μέχρι το κρεβάτι μου αλλά έκοψε πέρα πριν το μοιραίο καθώς η γοητεία επί κειμένου έγινε ξενέρωμα επί λόγου. Στη πραγματικότητα δε μπορούσα να μιλήσω έτσι όπως έγραφα, νομίζω το ίδιο ισχύει ακόμα.

Θα γράφω από σήμερα μέχρι του χρόνου τέτοια μέρα. Θα γράφω κάθε μέρα, ίσως να βγει κάτι, ίσως να ξεφουσκώσω, ίσως να καθαρίσει το σύννεφο της ανάμνησης και να χαραχθεί ο δρόμος της επιθυμίας, ίσως. Αυτός ο δρόμος, ο δρόμος προς τα μέσα, κι αυτή η συνομιλία, η συνομιλία με μένα, αισθάνομαι πως είναι τα μόνα που μου έχουν μείνει.

Εχθές κηδέψαμε τον νεκρό. Στην εκκλησία πήγαμε κατά τις 5. Η μικρή δεν ήρθε, δεν ήθελε ή δεν την άφησαν· δεν το πίεσα να μάθω, νομίζω και τα δύο, προχθές της το είπαμε. Της το είπε η Αν δηλαδή, εγώ καθόμουν πλάι στο κρεβάτι και της κρατούσα το πόδι. Πρώτη φορά στην πίστα της ζωής, πρέπει να πεις στο παιδί ότι πέθανε ο μπαμπάς του, πρώτη και τελευταία για το συγκεκριμένο ζήτημα, αφού τον θάψαμε.

Δώδεκα χρονών η μικρή και μες στα κλάματα και τ’ αναφιλητά, σε καθετί καλό που λέγαμε όπως, ο τάτκο τώρα δε πονάει, ο τάτκο τώρα χορεύει και δεν περπατάει πια με μπαστούνι, είναι εκεί ψηλά και σε βλέπει και χαμογελά, σε κάθε τέτοια κουβέντα που απάλυνε τον πόνο της, έβλεπα τα μάτια της πώς σπινθήριζαν και ρωτούσε, έτσι είναι; κι είναι καινούργιος τώρα; και δεν πονάει πια; Υπήρξε πολύ ευάλωτη στον πατέρα της και πριν και μετά το χωρισμό. Από τον χωρισμό και μετά εγώ μένω μαζί τους, κατοικούμε στη Σόφια σ’ ένα διαμέρισμα του 3ου ορόφου, δεν ήθελα ποτέ να μείνω σε διαμέρισμα. Πάει καιρός που ήρθα σ’ αυτή τη χώρα, τη νύχτα που ταξίδεψα προς τα εδώ είχα πει, δυο χρόνια και θα γυρίσω, έχουν περάσει εννιά, δεν ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ να γυρίσω. Τότε δεν ήξερα την Αν, τότε ο νεκρός ζούσε, τότε ήταν όλα αλλιώς, τώρα όλα αλλιώτικα. Καμιά φορά που τσακωνόμασταν σκεφτόμουν πως αν ποτέ χωρίσουμε θα επιστρέψω αμέσως πίσω, τώρα αυτές οι σκέψεις θάφτηκαν, δεν μπορώ να τις αφήσω, δε γίνεται, δε θέλω.

Ο πόνος, όπως και η κάθε απώλεια, λειτουργούν μ’ έναν τρόπο ενωτικό ανάμεσα στους ανθρώπους. Τα κοινά συναισθήματα είναι αυτά που μας ενώνουν πέρα από κάθε τι άλλο, νομίζω. Η μικρή με αποδέχτηκε αμέσως και ποτέ δε μ’ έκανε να αισθανθώ άβολα, ούτε στιγμή. Την έμαθα να κάνει ποδήλατο και βουτιές και μακροβούτια. Οι τρεις μας πήγαμε πολλές εκδρομές και ταξίδια κι ήρθαμε σιγά σιγά πιο κοντά, γιατί αλήθεια είναι ότι η Αν κι εγώ δεν είχαμε, και δεν έχουμε, μια φυσιολογική εξέλιξη στη σχέση μας. Από τη στιγμή που καταφέραμε να βρεθούμε ο ένας δίπλα στον άλλο υπερνικώντας κάθε εμπόδιο ήταν σαν είχαμε εκπληρώσει mission impossible κι η σχέση μας σα να ήταν ένα κράμα φανερής επιθυμίας / κρυφής συμφωνίας πως εμείς οι δύο θα είμαστε για πάντα μαζί. Αυτό μας έχει κρατήσει πολύ κοντά, κάναμε μεγάλο ταξίδι μέχρι να βρούμε ο ένας τον άλλον, αλλά ενίοτε μας έχει βαρύνει κιόλας.

Ο νεκρός την πίεσε αφόρητα να μη χωρίσουν κι επί σχεδόν ένα χρόνο ήταν όλα ρευστά και ομιχλώδη κι εγώ δεν ήξερα τελικά τι θα γίνει. Φοβόμουν για εκείνη αλλά και για μένα, φίλους εδώ δεν έχω κι αυτός μου’ χε στείλει μήνυμα πως, θα σου καρφώσω ένα μαχαίρι στη καρδιά την ώρα που κοιμάσαι. Ήμουν σε βαθιά νερά αλλά η αγάπη μου προς την Αν με έκανε να συνεχίσω να κολυμπάω προς μια κατεύθυνση άγνωστη με την ελπίδα πως κι εκείνη κολυμπάει από την άλλη πλευρά και κάπου θα τη συναντήσω. Όταν ο νεκρός κατάλαβε πως δε θ’ άλλαζε την απόφαση της κι είδε ότι εγώ δεν εξαφανίστηκα παρά τις απειλές και το ζόρι, το πήρε απόφαση, έφυγε από το σπίτι. Γάμο δεν είχαν οπότε δεν υπήρξε θέμα για διαζύγιο καιταλοιπά. Μετά από λίγο καιρό ήρθα κι έμεινα μαζί τους και κάπως έτσι από τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκα από το νότο όπου ζούσα ντεσπεράντος σ’ ένα σπίτι αποθήκη μ’ ένα χωραφάκι που το είχα κάνει μπαξέ, σε διαμέρισμα στη Σόφια να το παίζω σύζυγος με γυναίκα και παιδί που δε γνωρίζω. Δεν έχω αποδειχθεί κατάλληλος για μακροχρόνιες σχέσεις αλλά έχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε κι είμαι ακόμα εδώ.

Η μικρή ήταν 7 χρονών, κατάλαβε τι γίνεται, δεν είπε όμως τίποτα, ούτε αντέδρασε σε κάτι. Άρχισα να την πηγαίνω σχολείο τα πρωινά και στις διάφορες υποχρεώσεις εδώ κι εκεί και προσπάθησα να την κάνω να νιώσει ότι είμαι εδώ, ό,τι κι αν χρειαστεί, γιατί έτσι αισθανόμουν. Τώρα που τα σκαλίζω σκέφτομαι πως μάλλον έψαχνα να αισθανθώ κάτι άλλο πέραν του τρόμου, κι έτσι διάλεξα αυτό το ηρωικό, εγώ είμαι εδώ. Από τη στιγμή που βρέθηκα δίπλα στην Αν που τόσο ήθελα, ήμουν αποφασισμένος να γίνω όποιο κομμάτι του παζλ χρειάζεται προκειμένου να καλύψω το όποιο κενό, της όποιας μέρας και της όποιας κατάστασης. Αυτή η προσαρμοστικότητα είναι κάτι που έχω πάρει από τη μητέρα κι άλλοτε έχει λειτουργήσει σα σωτηρία κι άλλοτε σα φυλακή. Αν δεν ξέρεις που ανήκεις, νομίζεις πως μπορείς ανήκεις παντού, κι αν δεν ξέρεις ποιός είσαι, νομίζεις πως μπορείς να είσαι όποιος να’ναι, κι εγώ το έχω κάνει αυτό, το έχω εξασκήσει. Όταν όμως βρεις ταυτότητα όλα αυτά αναιρούνται γιατί πια δεν θέλεις να είσαι το κομμάτι του παζλ που μπαίνει παντού. Δεν ψηλαφίζεις την επιθυμία του άλλου για να φερθείς ανάλογα, έχεις μάθει να λες όχι, έχεις μάθει τι κομμάτι είσαι. Αν αυτό όμως δεν το εξασκήσεις απο μικρός, παίρνει χρόνο να το αντιληφθείς, να το εμπεδώσεις και κυρίως να το εφαρμόσεις.

Η φωνή του άλλου είναι μερικές φορές πιο εύηχη από τη δική μας σιωπή ή κραυγή και για λόγους ευκολίας σλας αδυναμίας, επιλέγεται.

Με τη μικρή ακόμα δε μπορούμε να επικοινωνήσουμε γιατί αρνείται να μιλήσει Αγγλικά, αν και ξέρει· λέει ότι θέλει να μάθει Ελληνικά. Ο Βούδας που είναι κουμπάρος θεραπευτής, μου είπε πως με αυτό θέλει να μου δείξει πόσο με αγαπάει, τεσπά ας είναι. Όμως μπαμπάς της δεν είμαι, δεν μπορώ να είμαι, είναι μια ευθύνη που δεν ξέρω πως την πάρω και δεν προσπάθησα ποτέ να αντικαταστήσω τον νεκρό στα μάτια της ή στα δικά μου. Υπήρξα κοντά στις ανάγκες της και μακριά από τις επιθυμίες της, κι αυτό το ήξερα. Μου άρεσε όμως να φροντίζω ένα παιδί έστω έτσι κι η αλήθεια είναι πως αυτή η μικρή είναι λίγο τρελούτσικη και έχουμε γελάσει πολλές φορές μαζί, έχοντας πάντα τον πατέρα της ανάμεσα μας, σαν τάφρο προστασίας, σα σύνορο που δε περνάς. Ο πατέρας μπορεί να πέθανε αλλά το σύνορο δεν ξέρω αν έπεσε.

Η Αν της είπε τα νέα κι η μικρή  έκλαιγε με αναφιλητά κι έλεγε συνέχεια, δε θέλω να μην έχω μπαμπά, δε θέλω να μην έχω μπαμπά, κι ύστερα τη ρώτησε απελπισμένα, θα είναι ο Τζον μπαμπάς μου τώρα; Ναι, της είπαμε, ακαριαία κι οι δύο. Αποφάσισα πως είτε μπορώ είτε όχι, πρέπει να είμαι. Οι ανάγκες της άλλαξαν, καινούργια πίστα. Αυτός που λείπει πρέπει ν’ αντικατασταθεί.

Η αλήθεια είναι ότι, ενώ είχε πολύ ισχυρό συναισθηματικό δέσιμο με τον πατέρα της, από τότε που εκείνος έφυγε από εδώ, μιλούσαν και βρισκόντουσαν πολύ αραιά, παρά ταύτα ήταν πολύ δεμένη μαζί του. Αυτό έγινε ακόμα πιο εμφανές σε μένα, γιατί τους τελευταίους 10 μήνες ο νεκρός κι εγώ τους περάσαμε σχεδόν αγκαζέ, σ’ ένα χώρο που χρησιμοποιώ για γραφείο. Είδα λοιπόν πολλές φορές πως η μικρή τον ζητούσε, του μιλούσε, τον άκουγε και τον κοιτούσε. Ένιωσα στο αίμα, ότι εμένα δε με είδε και ποτέ δε θα με δει έτσι, ας είναι, πράμα λογικό κι αυτό. Πολλαπλούν μυέλωμα ήταν η διάγνωση, μια μορφή καρκίνου που σε ισοπεδώνει κι έτσι ισοπέδωσε κι αυτόν μέχρι προχθές που τον έσβησε κιόλας και τώρα πια είναι νεκρός. Μερικούς μήνες πριν ξεσπάσει η πανδημία ξεκίνησε τις τουρνέ στα νοσοκομεία γιατί μια πονούσε το ένα και μία το άλλο και ακόμα δεν ήξερε τι είχε. Ένα βράδυ κατά τις 11 χτύπησε το τηλέφωνο, ποτέ δεν έπαιρνε τέτοια ώρα. Ξέραμε πως κάτι έχει και το ψάχνει αλλά δε ξέραμε τι, εκείνο το βράδυ μάθαμε. Ξεκίνησε η Αν να ψάχνει πληροφορίες και φάρμακα, η μικρή δεν έμαθε κάτι πέραν του ότι ο πατέρας της ήταν λίγο άρρωστος και δε θα  πήγαινε στη δουλειά για κάποιο διάστημα. Πέρασε λίγος καιρός, μπήκε ο χειμώνας, ξέσπασε η πανδημία, πανικός παντού. Ο νεκρός μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία κι όλο και χειροτέρευε και τα φάρμακα τον είχαν κάνει ζόμπι. Το πολλαπλούν μυέλωμα του θέρισε τα νεφρά κι έγινε και καρκινοπαθής και νεφροπαθής σε ένα μήνα μέσα. Ζούσε με μια γυναίκα που είχε δύο παιδιά κι οι γονείς της έβαλαν βέτο να φύγει από το σπίτι γιατί μπαινόβγαινε στο νοσοκομείο μία για χημειοθεραπεία και μία για αιμοκάθαρση. Να φύγει από το σπίτι, είναι επικίνδυνος για τα παιδιά. Να φύγει αλλά να πάει που; Δε μας νοιάζει, να φύγει…

Ήταν οι πρώτοι μήνες της πανδημίας κι όλοι είχαμε χεστεί επάνω μας· ούτε εμβόλια, ούτε χάπια, ούτε τίποτα, μόνο δελτία θανάτου καθημερινά κι οδηγίες προστασίας. Έτσι χέστηκαν κι οι κοντινοί του και  ψιλο έμεινε στον άσο ο νεκρός, άρρωστος, άστεγος και μόνος. Μια αδελφή είχε από όσο ήξερα, με την οποία δεν είχε σχέση, κι από ό,τι έμαθα, τον έφαγε στη μοιρασιά όταν πέθανε η μάνα τους. Η μάνα τους κρεμάστηκε κι ο νεκρός τη βρήκε κρεμασμένη κι έτρεξε να την πάρει αγκαλιά να τη σώσει αλλά εκείνη είχε χαιρετήσει, ήταν πια μουέρτα. Από τότε έχασε όλα του τα μαλλιά κι έγινε Γιουλ Μπρύνερ κι είχε μια φάτσα που δύσκολα καταλάβαινες τι συμβαίνει μέσα του. Η Αν τον γνώριζε και τον λυπήθηκε και τον πήρε σπίτι να μείνει να μαζί της. Μετά τον αγάπησε και στο τέλος έδεσαν κι έκαναν κι ένα παιδί. Ποτέ δεν παντρευτήκανε, κι αυτός ξεπόρτιζε εδώ κι εκεί και το έπαιζε γκο, κι έτσι σιγά σιγά η Αν ξενέρωσε. Αργότερα κατάλαβε τι σημαίνει Αν, αλλά ήταν αργά πια. Η γυναίκα αν φύγει συναισθηματικά δύσκολα γυρίζει, μη σου πω δε γυρίζει, είναι εκεί για τον ένα ή τον άλλο λόγο, για τα παιδιά, για την κοινωνία, για την ασφάλεια, για την ηρεμία, αλλά συναισθηματικά πάει αλλού ή ψάχνεται να πάει. Εγώ δαγκώθηκα με την Αν από την πρώτη στιγμή που την είδα, αλλά για πόσο καιρό δεν είπα και δεν έκανα τίποτα. Είχαμε σχέση επαγγελματική και ήξερα πως είχε παιδί, αλλά δεν ήξερα και δεν μπορούσα να μάθω τίποτα άλλο για εκείνη. Είχα μια φορά σχέση παράλληλη, είχα πει πως δε θα ξαναμπλέξω σε τίποτα ίδιο. Κι έτσι πέρασε καιρός πολύς που το είχα μέσα μου και την έβλεπα για λίγο, μιλούσαμε και μετά χώριζαν οι δρόμοι μας κι εμένα με έτρωγαν όλα αυτά που θες και δε μπορείς.

Είχαμε αλλάξει όλο κι όλο ένα φιλί, κι αυτό στα πεταχτά. Τι κι αν του είπε του νεκρού πως θέλουμε να είμαστε μαζί, τι κι αν του εξηγούσε πως δεν θέλει να πει ψέματα, τι κι αν και πόσα αν, αυτός ήταν ανένδοτος. Ένα χρόνο κράτησε το μουρμούρ και η πίεση. Έφτασε να πέσει στη μέση του δρόμου και να της ζητάει γάμο, έφτασε να την πιέσει για δεύτερο παιδί, αλλά εκείνη δε λύγισε και δεν άλλαξε. Μόνο που με ρωτούσε συνέχεια αν είμαι σίγουρος ότι τη θέλω και στα κρυφά μού έστελνε μήνυμα, σ’ αγαπώ. Γιατί ούτε μηνύματα δεν την άφηνε να μου στείλει και τα παρακολουθούσε όλα, viber, email, τα πάντα, ήταν ψιλοχάκερ ο νεκρός. Κάποτε η Αν μού είπε πως είχε μπει και στον τραπεζικό λογαριασμό μου, αλλά μάλλον είδε τα λίγα σεντς που είχα και την έκανε.

Αφότου ξεκινήσαμε να ζούμε μαζί, νοικιάσαμε για γραφείο ένα διαμέρισμα στον 1ο όροφο του κτιρίου που ζούμε και σιγά σιγά το σουλουπώσαμε. Ήταν του 50 και βρωμούσε παλιακό και θάνατο, είχε πεθάνει η θεία της εκεί μέσα. Σχεδόν τέσσερα χρόνια πέρασαν και δεν είδα τον νεκρό ούτε μια φορά. Ούτε καλημέρα, ούτε για το παιδί να μιλήσουμε, ούτε ένα φαγητό να φάμε, τίποτα. Καμιά φορά που επέστρεφα κι ήταν εδώ για να φέρει ή να πάρει το παιδί, έπεφτε σήμα να κάνω 1-2 κύκλους για να μην πέσω πάνω του. Πώς με χαλούσε αυτό και πόσες φορές τσακώθηκα.  Ήταν σαν να κρυβόμουν χωρίς της θέληση μου, αλλά υπήρχε η περιρρέουσα άποψη ότι θα γίνει φασαρία και να μην το δει αυτό το παιδί. Τώρα, 5 χρόνια μετά, 10 μήνες μαζί του και με απόσταση ενός θανάτου, δηλαδή άπειρη, ξέρω πως αυτό ήταν μια βλακεία, φόβος φοβισμένων ανθρώπων, τεσπά, προχωράμε. Είναι η πρώτη μέρα που γράφω και ήδη έχω γράψει 3 σελίδες. Εχθές κηδέψαμε τον νεκρό, έδειχνε πιο μικρός από ό,τι ήταν, σαν να συρρικνώθηκε.

Πριν χρόνια στο Λονδίνο, είχα επισκεφθεί μια έκθεση ενός φωτογράφου, ο οποίος είχε ζήσει δεν ξέρω πόσο καιρό μέσα σ’ ένα γηροκομείο. Και όποιος ήταν κοντά στο να φύγει, τον τραβούσε φωτό όσο ήταν ζωντανός και αμέσως μετά το θάνατο, λεπτά λέμε τώρα. Αναρωτήθηκα πολλές φορές πώς κατάφερε και το έκανε, και τελικά κατέληξα στο συμπέρασμα πως φωτογράφιζε αραιά και πού όλους όσους ζούσαν και μετά είχε κανένα αλάρμ με τους νοσοκόμους, κι όποιος χαιρετούσε έτρεχε ο φωτογράφος να τον βγάλει φωτό πορτρέτο πεθαμένο. Αυτό όμως που μου έμεινε από εκείνη την έκθεση είναι που για κάθε άνθρωπο είχε δυο α/μ πορτρέτα και τα δύο με τα μάτια κλειστά. Το πορτρέτο αριστερά ήταν εν ζωή και το δεξιά χωρίς ζωή, λεπτά αφότου ο άνθρωπος είχε αποχωρίσει. Κι ήταν τόσο εμφανές ότι δεν έχει ζωή εκεί μέσα πια. Το έβλεπα, το ξεχώριζα, ήταν αλλιώς τα πρόσωπά τους κι ας είχαν τα δύο πορτρέτα διαφορά λίγων λεπτών. Μπορούσα να διακρίνω τη ζωή που έλλειπε, τα πρόσωπα είχαν μικρύνει, σαν να είχαν ξεφουσκώσει λίγο. Έτσι κι ο νεκρός εχθές, ένα ντερέκι χώρεσε σε ένα ξυλόκουτο μια σταλιά, έφυγε η ζωή από μέσα του, μίκρυνε. Ήταν λευκός και σοβαρός σα μούμια και περνούσαν όλοι κι άφηναν λουλούδια κι έκλαιγαν. Σιχαίνομαι τις κηδείες, δε βρίσκω καν λόγο για την ύπαρξη τους και για όλο το συρφετό που κουβαλάνε. Έχω αποφασίσει πώς θέλω να πεθάνω κι αν δε με πιάσει κάτι έκτακτο, ξέρω τι θα κάνω για να μην αφήσω πίσω μου τίποτα παρά μόνο αναμνήσεις κι ό,τι έχω φτιάξει και κρέμεται εδώ κι εκεί. Ούτε κηδειόχαρτα, ούτε παπάδες, ούτε κασόνια, ούτε πλαστικά κουτάκια σαν κι αυτά που μοιράστηκαν εχθές, με κάτι φαγώσιμο. Τίποτα από αυτά δε θέλω. Απολύτως τίποτα.

Αιτία θανάτου, σηπτικό σοκ που του προκάλεσε λοίμωξη, την οποία μάλλον έπαθε από τον καθετήρα ή από την αιμοδιάλυση. Ανέβασε πυρετό από την Παρασκευή, αλλά κανείς δεν το κατάλαβε γιατί με όλα αυτά που είχε δεν ήταν και στα πολύ καλά του συχνά πυκνά. Τη Δευτέρα που τον πήγε η Αν στο νοσοκομείο δεν τον πήραν γιατί όσοι έχουν πυρετό δεν μπαίνουν αν δεν κάνουν τεστ κόβιντ. Η κατάσταση είχε χειροτερέψει κι αυτός είχε ήδη γίνει χρέπι και δεν μπορούσε να περπατήσει και τα έκανε πάνω του. Εγώ έλειπα για δουλειές και την άκουγα να κλαίει και να μου λέει πως τον βρήκε στο πάτωμα γεμάτο ακαθαρσίες γιατί προσπάθησε να πάει στην τουαλέτα και έπεσε και δεν μπορούσε να σηκωθεί κι αυτό διήρκησε όλο το σουκού. Στο τέλος δεν είχε καν τη δύναμη να κρατήσει το κεφάλι του όρθιο κι όταν ο φίλος ο Μπούμπα τον πήγε στο νοσοκομείο, ο νεκρός τού ζήτησε να του κρατάει το κεφάλι όρθιο για να φαίνεται αξιοπρεπής.

Την Τρίτη βγήκε το τεστ κόβιντ αρνητικό και έτσι τον πήραν στο νοσοκομείο και τον έβαλαν αμέσως στην εντατική, το απόγευμα της Τετάρτης πέθανε. Τρία λεπτά αφότου πέθανε, η γιατρός που τον κούραρε για το πολλαπλούν μυέλωμα, χωρίς να ξέρει ότι έχει πεθάνει, πήρε τηλέφωνο την Αν να της πει πώς βγήκαν καινούργια αποτελέσματα. Του είχαν πάρει δείγμα από τη μέση, νωτιαίο μυελό ή κάτι τέτοιο. Ήμουν εκεί μαζί του εκείνη τη μέρα, περίμενα έξω από το θάλαμο που τον στρίμωξαν. Είδα πώς τον είχαν ξαπλώσει και φέρανε εκπαιδευόμενους να τους δείξουν πως γίνεται αυτή η δειγματοληψία. Τον κάρφωσε μία, αλλά μάλλον δε το έκανε καλά, και στο τέλος τον κάρφωσε ένας άλλος και μετά τον έβγαλαν ψιλοσηκωτό έξω. Δε παραπονιόταν ο κακομοίρης ο νεκρός κι όσο περιμέναμε το ασανσέρ έβλεπα πως πονάει και με το ζόρι στέκεται, κι έτσι πέρασα το χέρι μου στον ώμο του για συμπαράσταση. Εκείνος γύρισε και με κοίταξε και είπε, δεν μπορώ, θα πέσω. Τον κάθισα όπως όπως και τελικά τον κατέβασα με αναπηρική καρέκλα που μου έδωσε μια νοσοκόμα πολύ βλοσυρή, με την υπόσχεση να τη φέρω πίσω. Ήμασταν στον 16ο όροφο και πόση ώρα έπρεπε να περιμένεις για να μπεις στο ασανσέρ δεν ξέρω, τεσπά. Τον πήγα κάτω, ξαναπήγα επάνω την καρέκλα και στο τέλος κατέβηκα με τις σκάλες.

Βγήκαν τ’ αποτελέσματα, είπε με χαρούμενο ύφος η κυρία γιατρέσα του νεκρού. Η χημειοθεραπεία πήγε πολύ καλά, το μυέλωμα έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Δεν είχε ενημερωθεί η κυρία γιατρέσα ότι μαζί με το μυέλωμα εξαφανίστηκε κι ο ασθενής, από ολιγωρία, φόβο και τελικά όχι από αυτό που έπασχε.

Πόσες φορές κουβαλήσαμε μαζί με την Αν ή η Αν μόνη της, σοκολάτες και ουίσκια και μπονμπόνια και δώρα και ό,τι θες στους γιατρούς! Μια δόση, το Πάσχα, κουβαλούσα στον ώμο μου ένα αρνί ολόκληρο να το πάμε στη γιατρέσα, κι όλοι μέσα στην αγορά με έβλεπαν με το αρνί στον ώμο σετάκι με βερμούδα και all star – γιατί όλο έτσι γυρίζω – και με κοιτούσαν κάπως. Αυτό το κάπως το έχω αποβάλει πια και δε με νοιάζει. Το στρίμωξα το αρνί στο ψυγείο και μετά της το πήγα μπας και τον σώσει. Ο Αρκάς λέει, η μονή διαφορά μεταξύ του γιατρού και του Θεού είναι πως ο Θεός δε νομίζει πως είναι γιατρός. Τρου, καρατρού.

Μια Κυριακή από τις πολλές που περάσαμε μαζί, τον πήρα μαζί μου στη Μπιτάκα, ένα παζάρι υπαίθριο που βρίσκεις από άρμα μάχης μέχρι μποκούτσια, σκουπίδια δηλαδή. Πάω εκεί και ψάχνω παλιά παιχνίδια και καρτ ποστάλ κι αντικείμενα μπάνικα που μπορώ να τα χρησιμοποιήσω στα διακοσμητικά που φτιάχνω. Ζήτησε να έρθει μαζί μου, είχε τρέλα με τα βινύλια ο νεκρός. Ήταν χρέπι πια, είχε μείνει μισός σε κιλά, περπατούσε με μπαστούνι, ήταν κι έδειχνε αδύναμος.  Κάπου μες στο παζάρι χαθήκαμε, δεν μπορούσε να περπατήσει γρήγορα, ο ήλιος ήταν δυνατός κι έτσι χωριστήκαμε. Αργότερα τον πήρε το μάτι μου να σέρνεται, με το μπαστούνι πάντα, και να τραβάει με σχοινί, ένα καφάσι γεμάτο βινύλια, ποιος ξέρει πόσα κιλά. Ρυμουλκό ο νεκρός, καράβι το καφάσι.

Δεν είχε δύναμη ο άνθρωπος, και το καφάσι πάνω στο οδόστρωμα όλο και κάπου έβρισκε και τον δυσκόλευε, ο ήλιος τον έκαιγε. Αγκομαχούσε σαν γάιδαρος αλλά πεισματικά τραβούσε το τεντωμένο σχοινί. Έτρεξα προς το μέρος του και πήρα εγώ το καφάσι. Είχε μια ικανοποίηση που βρήκε βινύλια, που έκανε κάτι άλλο εκείνη τη Κυριακή εξόν από το να κάθεται στο κρεβάτι και να περιμένει ποτέ θα τον πάω στην αιμοδιάλυση ή στην χημειοθεραπεία.

Εχθές κηδέψαμε τον νεκρό. Πήγαμε στην εκκλησία κατά τις πέντε το απόγευμα. Πρώτα μπήκαμε σ’ ένα παρεκκλήσι. Μου έδωσε η Αν δυο κεριά, ένα λέει για τους ζωντανούς, που το βάζεις εδώ, κι ένα για τους πεθαμένους, που το βάζεις εκεί, σ’ ένα πράμα σαν ταψί με νερό και λάδι μέσα, νταξ είπα κι εγώ. Στο ταψί των ζωντανών είπα μέσα μου, βοήθησε μας, και στο ταψί των πεθαμένων είπα, εύχομαι να έχετε μπέργκερ. Μετά πήγαμε στη μεγάλη εκκλησία, κάτσαμε απ’ έξω. Γάμος μέσα, κάποια στιγμή ξεπόρτισαν νεόνυμφοι και συγγενείς όλοι λαμέ σα λατέρνες και καθόντουσαν σαν την Εθνική Ελλάδος να βγάλουν φωτογραφίες. Ο φωτογράφος, ζήτησε απ’ όλους τους καλεσμένους και τους συγγενείς να δείξουν με το δείκτη του χεριού τους το ζευγάρι, που στεκόταν πιο μπροστά. Φαντασιώθηκα πως, αν ήμουν φωτογράφος, θα τους ζητούσα να κάνουν όλοι στο ζευγάρι κωλοδάχτυλο. Αυτή κι αν θα ήταν αναμνηστικιά φωτογραφία – σνίμκια, όπως λένε εδώ στη Σόφια τις φωτογραφίες.

Στη γωνία πήρε το μάτι μου ένα άλλο λαμέ ζευγάρι να προθερμαίνεται λες και θα έκαναν αλλαγή σε ποδοσφαιρικό αγώνα. Τι είναι αυτοί; ρωτάω. Έχει κι άλλο γάμο λέει, μάστα, δυο γάμοι και μια κηδεία, λοιπόν. Δύο γάμους ακόμα και θα τον πιάναμε τον τίτλο. Ίσως έπρεπε να είχα πάει νωρίτερα, ποιος ξέρει… Μια από τα ίδια κι ο άλλος γάμος. Αυτή τη φορά από τη φαντασίωση με τα κωλοδάχτυλα πέρασα στο μΥδράλιο. Οραματίστηκα πως έχω στήσει ένα και τους θερίζω όλους. Tην ίδια στιγμή αναρωτιόμουν αν είμαι ή αν γίνομαι μισάνθρωπος, μετά ήρθε η ώρα του νεκρού. Ο παπάς αφού είπε τα σχετικά, ζήτησε να περάσουν να χαιρετίσουν πρώτοι οι πιο κοντινοί του. Έτσι ξεκίνησε ένα γαϊτανάκι, κι όλοι κάνανε έναν κύκλο κι άφηναν από ένα ή περισσότερα λουλούδια, όταν τα λουλούδια μαζεύονταν πολλά, ερχόταν ένας τύπος και τα έπαιρνε και κάπου τα πήγαινε. Προσπάθησα να δω που τα πάει και τι τα κάνει αλλά δεν τα κατάφερα. Σκέφτηκα πως άνθρωπο λουσμένο με τόσα πολλά λουλούδια ή σε κηδεία θα δεις ή στα μπουζουκτσίδικα.

Αφού ο παπάς είπε οι κοντινοί του πρώτοι, αποφάσισα κι εγώ πως ήμουν ο λιγότερο κοντινός κι έτσι χαιρέτησα τελευταίος.

Γιάννης Κακούρης