Ο κήπος.

Ο

Δεν είμαι σίγουρος αν πρέπει να εξακολουθήσω να δηλώνω ημέρα και ημερομηνία κάθε πρωί που ξεκινώ να γράφω. Ίσως αφορά μόνο εμένα αυτή η ένδειξη, όπως και το πόνημα τούτο μάλλον μόνο εμένα αφορά. Είναι σαν ένα γραπτό βίντεο, για να το διαβάζω και να βλέπω ποιος είμαι, ποιον προσπαθώ να φέρω στην επιφάνεια και να ζήσω μαζί του. Το γιατί από την επιφάνεια πήγαμε στο βυθό είναι μια άλλη συζήτηση. Θέλω να πω, τον ναυαγό αν τον βρεις δεν τον αρχίζεις στις ερωτήσεις, τι και πώς έγινε. Κοιτάς πρώτα να τον σώσεις, να τον ταΐσεις, να τον ζεστάνεις, για να πατήσει στα πόδια του, και μετά αρχίζουν οι ερωτήσεις. Έτσι νομίζω πρέπει να κάνω κι εγώ.

Πρώτα πρέπει να σώσω αυτό το μέρος του εαυτού μου, που είναι το μεγαλύτερο και το πιο αγαπημένο σε μένα. Η εμφανής καθημερινή του παρουσία με φέρνει πιο κοντά στη ζωή κι ίσως και στους ανθρώπους. Αφού περιφράξω και φροντίσω αυτόν τον κήπο, μετά ίσως να ψάξω να βρω τι έγινε· αν και νομίζω πως δε θα ψάξω ποτέ παραπάνω από όσο έχω ήδη ψάξει. Ο Καρλίτο είπε, καμιά φορά, για να σωθείς, αρχίζεις να τρέχεις, και τρέχεις και τρέχεις και τρέχεις με μόνο σκοπό να σωθείς, κι όταν σταματήσεις να τρέχεις, έχεις σωθεί αλλά δεν ξέρεις πια που είσαι, έτσι αισθάνομαι. Φίλε Καρλίτο, τζάμπα σ’ έφαγε ο πούστης να ΄ξες.

Οι συνέπειες των πράξεών μας, λέει, αδιαφορούν παντελώς για το αν εμείς στο μεταξύ έχουμε γίνει καλύτεροι. Ποιος το λέει δεν ξέρω, αλλά όχι εγώ πάντως.

Η Αν φωταγωγεί το σπίτι κάθε βράδυ, μη τυχόν κι ο νεκρός θέλει το ένα ή το άλλο· δεν είπα τίποτα, ο κάθε άνθρωπος έχει τον τρόπο του να τιμά τους αποχωρήσαντες. Εγώ θέλω μόνο να τους θυμάμαι και να βλέπω καμία φωτό πού και πού. Η Αν είναι πολύ ψυχοπονιάρα, το βλέπεις στα μάτια της, μπορεί να υποφέρει πολύ για μια πόρτα που κρέμεται στραβά, πόσο μάλλον για κάποιον που έφυγε. Τη λατρεύω την Αν, και γι’ αυτό και για άλλα πολλά. Όχι ότι δε μου τη σπάει δηλαδή, με εκνευρίζει ώρες ώρες όπως κι εγώ εκείνη, αλλά είμαστε δυο ίδια δέντρα που καταλαβαινόμαστε καλά κι η συντροφιά της στη ζωή μού είναι τόσο ευχάριστη! Παιδιά και γάμο δεν έχουμε, αλλά είμαστε δεμένοι γερά. Η μικρή από τη μέρα που αποχώρησε ο πατέρας της κοιμάται με την Αν, εγώ κοιμάμαι στο κρεβάτι της. Το κρεβάτι της δεν παίζεται, κάνω κάτι ύπνους ονειρεμένους, και μέσα μου παρακαλάω να κοιμηθούν οι χάριτες κι άλλες μέρες μαζί για ν’ απολαύσω περισσότερες μέρες τον ύπνο μου.

Ώρες ώρες είμαι αρνητικός κι απαίσιος σχεδόν σε όλα. Το μέσα μου λέει, δε με νοιάζει κι αν ζω κι αν πεθάνω μα το χειρότερο είναι που λέει, δε με νοιάζει κι αν ζεις κι αν πεθάνεις. Ύστερα κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι τόσα ωραία μέρη και τόσες ωραίες μέρες ντυμένες με αγάπη και χαρά, με ομορφιά και ζέστη, ζέστη του ήλιου ή των ανθρώπων και αλλάζω τούνα.

Σκέφτομαι πόσα πολλά έχω στο μυαλό μου να κάνω και μέρη που θέλω να δω· για τα μέρη δε καίγομαι και τόσο, αλλά πιο πολύ αυτά που θέλω να κάνω, και λέω μέσα μου, θεέ μου, μακάρι να ζήσω 200 χρόνια και βάλε και να μην χάσω κανέναν από αυτούς που αγαπώ και μ’ αγαπάνε.

Η ευτυχία μέσα μου είναι σαν τη παλίρροια και την άμπωτη, πάει κι έρχεται.

Γιάννης Κακούρης