Αχινός.

Α

Αποφασίσαμε να φύγουμε για λίγες ημέρες, ξυπνήσαμε Θεσσαλονίκη. Αισθάνομαι όλο και πιο πολύ μαζί τους κάθε μέρα που περνάει. Το πρωί τις κοιτούσα πώς κοιμόντουσαν στο κρεβάτι αγκαλιά, και η Αν άνοιξε τα ματιά της και είπε σ’ αγαπώ· κάθε μέρα έτσι κάνει δηλαδή, αλλά σήμερα ήταν αλλιώς. Η Αν είπε πως ο νεκρός, πριν πεθάνει, ζήτησε απ’ όλους του τους φίλους να βοηθήσουν την καλή του και τα παιδιά της· για εμάς ούτε λόγος. Πρότεινε η Αν να τους δώσουμε κάποια λίγα χρήματα που έμειναν σ’ ένα λογαριασμό λες κι εμείς δεν υπάρχουμε. Φόρτωσα· της είπα πως η ευθύνη μας είναι προς εμάς, έχουμε ένα παιδί να μεγαλώσουμε. Εκείνη με κοίταξε περίεργα, γιατί ποτέ δεν είχα πει κάτι τέτοιο, εντάξει, είπε. Φίλε νεκρέ, όπου και να ’σαι, ας φροντίσουν οι φίλοι σου τη γκόμενά σου, όχι εμείς. Κι αν κρίνω από το πώς οι φίλοι σου φρόντισαν εσένα 10 μήνες που σ’ είχα μαζί μου, είμαι σχεδόν σίγουρος πως η καλή σου θα βαρεθεί να τους βλέπει· με το τηλεσκόπιο.

Είναι μια μέρα ζεστή, έχω δουλειές να κάνω· άφησα τις χάριτες να σουλατσάρουν. Αργότερα, όταν θ’ αποφασίσουν να πάνε στο κέντρο, θα πάω κι εγώ κάποια στιγμή να τις βρω. Ήταν να φύγουμε για Αθήνα σήμερα, αλλά μάλλον θα φύγουμε αύριο. Θέλω να περάσουμε όσο περισσότερο χρόνο μπορούμε μαζί χωρίς να κινούμαστε, χωρίς να ταξιδεύουμε, χωρίς να κάνουμε το ένα ή το άλλο, απλά να υπάρχουμε μαζί. Δεν ξέρω ποτέ ακριβώς δένεσαι μ’ ένα παιδί· ίσως τη στιγμή που γεννιέται, ίσως κάποια στιγμή άλλη, δεν ξέρω. Θέλω να τις πάρω και να φύγουμε από τη Σόφια, να πάμε στην Αθήνα. Έχω ένα σπίτι, που είναι όμως στα μπετά· ευτυχώς δηλαδή, γιατί ήταν στο επίκεντρο της φωτιάς της μεγάλης, και τα μπετά δεν πάθανε τίποτα. Έχω αφήσει κάτι χρέη, γιατί δεν είχα σκεφτεί να γυρίσω· δεν είχα σκεφτεί και να μείνω, βέβαια. Πρέπει να τα συμμαζέψω όλα, και πάνω απ’ όλα εμένα. Και την υγεία μου, και την τσέπη μου και τη ζωή μου.

Καμιά φορά οι άνθρωποι όλοι που ξέρω και που γνώρισα γίνονται ένας άνθρωπος, ένα πρόσωπο, δεν ξεχωρίζω τις αναμνήσεις κι από ποιον έχουν έρθει· πλέουν όλες μες στο μυαλό μου σαν ένα. Σήμερα το πρωί που έφυγα από το ξενοδοχείο και οδηγούσα, σκεφτόμουν μια βουτιά στα κρύα νερά της Μάνης. Είναι άνθρωποι που το κρύο νερό της θάλασσας το νιώθουν σα ζωή πάνω στο σώμα τους κι άλλοι που απλά κρυώνουν και δεν το δέχονται. Εκείνη βούτηξε με μια λαχτάρα να νιώσει τη δροσιά σα να βουτούσε μέσα στη ζωή την ίδια Όταν βγήκε, βαστούσε στα χέρια της έναν αχινό, κατάμαυρο και γυαλιστερό από τον λαμπερό ήλιο. Κράτησε τον αχινό στην παλάμη της, με κοίταξε και είπε, κοίτα, έτσι θα έπρεπε να είμαστε όλοι οι άνθρωποι. Το ’πιασα, αλλά το γιατί δεν το ένιωσα.

Το νιώθω όμως τώρα.

Γιάννης Κακούρης