Γαύρος μαρινάτος.

Γ

Το πρωί της κάθε Πέμπτης είναι μια καλή επιλογή για να επισκεφθεί κανείς το Σιδηρόκαστρο. Η λαϊκή γεμίζει με πάγκους τοπικών παραγωγών, πολλοί εκ των οποίων παράγουν όσπρια και ρύζι, προϊόντα που η ευρύτερη περιοχή των Σερρών προσφέρει άπλετα. Από τη Θάσο και τη Καβάλα έρχονται φρέσκα θαλασσινά, έρχεται κι ένας τύπος με τη γυναίκα του που κάνουν προϊόντα μαριναρισμένα, πιο νόστιμα δεν έχω δοκιμάσει.

Οι γνωστοί μεταξύ των κάτοικοι βρίσκονται εκεί κάθε Πέμπτη, τα καφενεία είναι γεμάτα, η Μαριγώ με τη μαγκούρα περπατά μαζί με τη Σούλα κι ο Κωσταντής με τον Παππά Γιώργο. Συναντιούνται, συνομιλούν, συνευρίσκονται. Προσπαθώ να πηγαίνω τις Πέμπτες κι αν μπορώ να συνδυάσω και τις δουλειές στη Θεσσαλονίκη, ακόμα καλύτερα, το κάνω έτσι. Πιο πολύ απ’ όλα μου αρέσει να περπατώ μέσα σε αυτούς τους γνώριμους μεταξύ των ανθρώπων και ν’ ακούω τις συνομιλίες και τα πειράγματα τους, σα να γίνομαι κι εγώ γνώριμος.

Η αίσθηση ότι κάποιος σε ξέρει, σε αναγνωρίζει, σε θυμάται, είναι μια όμορφη αίσθηση κι εγώ την έχω χαρεί τα μάλα. Επί σειρά ετών οι σχέσεις μου με πορτιέρηδες, μετρ και σερβιτόρους ήταν πάντα σχέσεις σταθερές, σοβαρές, ευχάριστες και μακροχρόνιες. Πράμα εντελώς αντίθετο από κάθε μία προσωπική σχέση που κατάφερα να συνάψω και να διαλύσω.  Τώρα όμως, κοιτάζοντας γαύρο μαρινάτο και ελιές με γέμιση, σιγά σιγά αισθάνομαι πως κάνω μια νέα αρχή στη λαϊκή του Σιδηροκάστρου.

Ελιές θέλω, πόσες ελιές θέλεις, 1 κιλό, ξέρεις πόσες ελιές είναι 1 κιλό, όχι δεν ξέρω, είναι 130 ελιές, εσύ πως το ξέρεις; το ξέρω, μου θυμίζεις το ανέκδοτο με αυτόν που ήξερε πόσα πρόβατα είχε το κάθε κοπάδι που έβλεπε, δεν το ξέρω το ανέκδοτο, να στο πω, ναι πες το, χαχα πολύ καλό, έλα πάρε κι αυτό να το δοκιμάσεις από μένα χαχα πολύ πολύ καλό το ανέκδοτο την άλλη εβδομάδα θα έχω και κολιό κι ο τραχανάς είναι πολύ νόστιμος, ευχαριστώ δε θέλω τραχανά, γειά, γειά. Την ώρα που έλεγα το ανέκδοτο είχαν στήσει αυτί και πόσοι άλλοι και στο τέλος όλοι χαχανίσαμε πάνω από τα μαριναρισμένα ψάρια. Πήρα και ρύζι κίτρινο που το βρίσκω μόνο σ’ εκείνη τη λαϊκή, σκέφτηκα να του πω και το ανέκδοτο με το ρύζι αλλά δε το είπα.

Μετά πήγα στη τράπεζα, είχα ραντεβού. Πρέπει να κάνουμε εικαιροποίηση στοιχείων κ. Κακουρη, βέβαιως κύριε τραπεζικέ Θεέ, να κάνουμε. Θέλω χαρτιά για το τόπο κατοικίας, σύμβαση εργασίας, φορολογικές δηλώσεις, χαρτί για ότι αυτό το νούμερο κινητού είναι δικό σας, χαρτιά για το ένα, χαρτιά για το άλλο. Να σας ρωτήσω, όλα αυτά δεν σας τα έδωσα πέρσυ; Ναι αλλά τα ξαναθέλουμε, γιατί; Για να δούμε ότι ισχύουν. Μάστα, και αφού όλα είναι δηλωμένα και αναρτημένα, γιατί δεν τα παίρνεται από την ΑΑΔΕ ή από άλλη πλατφόρμα; Όχι τα θέλουμε από εσάς και θέλουμε και εσάς εδώ με φυσική παρουσία για να τα υπογράψετε.

Μάστα σκέφτηκα, το κομμουνιστικό Μάτριξ ακόμα κρατά, σε λίγα χρόνια που το καπιταλιστικό Μάτριξ θα υπερισχύσει όλα θα είναι on line κι εγώ δεν θα πρέπει να περιμένω τον τραπεζικό Θεό να μου τα σπάσει. Όταν πάω στη τράπεζα έχω ένα αίσθημα κατωτερότητας, μια αίσθηση ότι η ζωή μου όχι απλώς ελέγχεται αλλά εξαρτάται απο αυτούς. Νομίζω αυτό δεν ισχύει μόνο για μένα. Οι συνομιλίες είναι χαμηλόφωνες λες κι όλοι εξομολογούνται, το ύφος του ανακρινόμενου πελάτη είναι κάπως ενοχικό ενώ το ύφος του τραπεζικού ανακριτή είναι υπεροπτικό.

Τι λέει εδώ κ. Κακούρη, αυτή είναι η διεύθυνση σας; μάλιστα αυτή. Και γιατί το έγγραφο είναι στα Ελληνικά; Γιατί από πίσω θα δείτε και το πρωτότυπο που είναι στα Βουλγαρικά αλλά επειδή έχουν Κυριλικό αλφάβητο και δεν διαβάζονται στην Ελλάδα τα έχω όλα μεταφράσει στα Ελληνικά. Ναι αλλά εγώ θέλω τη διεύθυνση στα αγγλικά, ε να σας στην γράψω με λατινικούς χαρακτήρες εγώ, όχι εγώ το θέλω σε χαρτί, ε σε χαρτί θα σας το γράψω κι εγώ, όχι εγώ το θέλω επίσημο. Μάστα, δηλαδή θέλετε να ζητήσω να μεταφραστεί το πιστοποιητικό κατοικίας μου από τα Βουλγαρικά στα Αγγλικά για να το χρησιμοποιήσετε στην Ελληνική τράπεζα; Ναι, αυτό θέλουμε. Ε, αυτό δε το κάνω. Γιατί κ. Κακούρη; Γιατί έτσι, κάντε το μόνοι σας.

Να σας ρωτήσω κ. τραπεζικέ, αν σου γράψω τη λέξη ΓΑΜΙΕΣΑΙ στα ελληνικά, μπορείς να μου τη γράψεις με λατινικούς χαρακτήρες; Ε; Μπορείς να παρακαλέσεις το φανταστικό σου μυαλό να ταλαιπωρηθεί λίγο για να μπορέσει να συντάξει το ΓΑΜΙΕΣΑΙ στα λατινικά, ε; Κοίτα, θα το κάνω εύκολο GAMIESE, ε; τι λες; το΄χεις; Να, κοίτα τη διεύθυνση μου, είναι στα ελληνικά, επίσημη μετάφραση, μπορείς να τη γράψεις με λατινικούς χαρακτήρες; ε; τι λες; Έφυγα από τη τράπεζα και ξαναγύρισα στους γαύρους, χαιρέτησα από εδώ κι απο εκεί και τράβηξα για Θεσσαλονίκη.

Στη Θεσσαλονίκη ο νέος Δήμαρχος πρέπει να έχει κάποιο απωθημένο γιατί οι τροχονόμοι δημοτικοι και μη, ξηλώνουν πινακίδες σωρηδόν. Όσοι όλοι ασχολούνται με το αντικείμενο πρέπει να έχουν επιδοθεί σε μια άτυπη μάχη του στυλ, ποιός θα ξηλώσει περισσότερες πινακίδες σήμερα. Τη πάτησα μια φορά, μου φτάνει, πάρκαρα μακριά, όλα με τα πόδια. Αργά το απόγευμα πήρα το δρόμο της επιστροφής κι έφτασα στα σύνορα κατά τις 8. Τα σύνορα Προμαχώνα είναι ένα μικρό διεθνές νταραβέρι. Αυτοκίνητα, φορτηγά, αστυνομία, τελωνείο, Μικέλ, καζίνο, μαγαζιά, τυχοδιώκτες, τουρίστες χαμένοι, duty free shop, αρπακτικά και κάθε λογής πλέμπα περνά ή θέλει να περάσει από τη μία χώρα στην άλλη για κάθε λογής λόγο.

Όσοι πάνε προς την Ελλάδα, πάνε για τη θάλασσα, τα μαγαζιά και τα γούστα κι όσοι πάνε προς τη Βουλγαρία πάνε για τα φθηνά προϊόντα, τα καύσιμα και τα καζίνο. Αν και καθημερινή, ώρα 8 το βράδυ και βάλε, η ουρά των αυτοκινήτων ήταν αξιολόγοτατη, τη κάτσαμε σκέφτηκα, αλλά επειδή ήταν εκατομμυριοστή φορά έχω πάθε ανοσία στο περίμενε. Όταν έφτασε η σειρά μου, ο Έλληνας αστυνόμος με ξεπέταξε τσάκα τσάκα ενώ στη Βουλγάρικη πλευρά, όπως πάντα, ο έλεγχος είναι πιο σοβαρός. Πολύ κίνηση σήμερα, του λέω, τι εννοείς σήμερα; μου λέει. Κάθε μέρα έτσι είναι, κάθε μέρα; σοβαρά; ξαναρώτησα. Σοβαρά, είπε ο Βούλγαρος αστυνόμος καθώς κοιτούσε τα στοιχεία μου στον υπολογιστή.

Έλα και πιο αργά να δεις τι γίνεται, συνέχισε χωρίς να με κοιτά. Καλά μες το χειμώνα, νύχτα, αύριο εργάσιμη, που πάνε όλοι αυτοί; ξαναρώτησα εγώ. Εκείνος τότε με κοίταξε κι είπε, που πάνε; Καζίνο! Έμεινα παγωτό, τόσα αυτοκίνητα, τόσοι πεζοί, μίνιμπας και δε ξέρω με τι άλλο μέσο, κόσμος και κοσμάκης περνά τα σύνορα μες τη νύχτα για να πάει στα Καζίνο. Όχι ρε φίλε, του είπα, ναι ρε φίλε, μου είπε και μου έδωσε τα χαρτιά μου.

Παρατήρησα λίγο το ηλικιακό προφίλ των ανθρώπων που περνούσαν προς τη Βουλγαρική πλευρά για να πάνε στο καζίνο. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, μικροί, μεγάλοι, εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, παρέες, μόνοι, δε το πιστεύω σκέφτηκα, πίστεψε το ξανασκέφτηκα, συμβαίνει μπρος στα μάτια σου. Φεύγωντας κοίταξα προς τα πίσω την ουρά των αυτοκινήτων που είχε μεγαλώσει και τους πεζούς που έρεαν σταθερά προς το σημείο ελέγχου για να μπουνε μετά στα μίνιμπας που τους περιμένουν σαν το ζεστό ψωμί να τους πάει στα καζίνο. Το κάθε καζίνο έχει το δικό του μίνιμπας και μόλις βάλει 5-10 άτομα τα πάει μέχρι τη πόρτα του καζίνο και ξαναγυρνάει για να φορτώσει την επόμενη φουρνιά. Κάτι σαν τις δικές μας τις τουριστικές βάρκες σκέφτηκα.

Δεν είμαι σίγουρος αλλά νομίζω πως το μάτι μου έπιασε κάπου στην ουρά τη κυρά Μαριγώ με τη μαγκούρα και τη Σούλα.

https://www.youtube.com/watch?v=9RcY8L5ubeI

Γιάννης Κακούρης