Φρεντ στον πάγο.

Φ

Όση ώρα περπατούσαμε προς το κέντρο της Αθήνας σκεφτόμουν συνεχώς τον Παναγιώτη, το γεμάτο προσδοκία και συνάμα μελαγχολία ύφος του, τη φτωχική του αμφίεση και την ακριβή του εμφάνιση. Διέκρινα μια αξιοπρέπεια και μια αυτολύπηση, μια ανάγκη να μοιραστεί κάτι και μια διάθεση να το κρύψει ταυτόχρονα.

Αν τα αποτελέσματα των επιλόγων της ζωής, όταν η ζωή τελειώνει, δε σε δικαιώνουν για ποιό πράγμα να θες άραγε να μιλήσεις; Για όλα όσα έχασες, για τα λάθη που έκανες ή για όλα όσα θα ήθελες να κάνεις αν είχες ξανά την ευκαιρία να ζήσεις από την αρχή; Μα δεν την έχεις και το ξέρεις και ίσως από ένα σημείο και μετά η σιωπή είναι η καλύτερη σου λύση. Τι να εξηγήσεις και σε ποιόν και γιατί, ειδικά αν κανείς δε ρωτάει. “Ξέρεις πόσοι σπουδαίοι, πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι, πεθαίνουν κάθε μέρα;” ρώτησε ο γαμημένος σκύλος που χωρίς να ξέρω γιατί και πως, φαινόταν να έχει τα κλειδιά του μυαλού μου.

Συχνά πυκνά παρεμβαίνει με ερωτήσεις, απαντήσεις και σχόλια στις σκέψεις μου, πράγμα εκνευριστικό από τη μία, παρηγοριτικό από την άλλη καθώς αν αφεθώ στις σκέψεις, μόνος χωρίς αντίλογο, οι σκέψεις θα με πνίξουν σιωπηρά και σαδιστικά. “Πως αυτοκτόνησε αυτός;” θα ρωτήσει ο κος. αστυνομικός επιθεωρητής, “πήγε στη γωνία του δωματίου κ. επιθεωρητά και είπε αφήστε με να σκεφτώ. Το επόμενο πράγμα που αντιληφθήκαμε ήταν πως είναι νεκρός, χωρίς σφυγμό, ωχρός, πεθαμένος, παρελθόν”. “Μάλιστα” θα πει ο κος. αστυνομικός επιθεωρητής και μετά θα δώσει εντολή “πεταξτε τον τώρα στα αζήτητα του χρόνου και πάμε να φάμε κοψίδια στου Μήτσου τη ταβέρνα”, κι ο χρόνος θα συνεχίσει για αυτούς όλους και για μένα θα έχει τελειώσει, γιατί δε μπορούσα να σκέφτομαι άλλο.

Για αυτό τις παρεμβάσεις τού γαμημένου σκύλου όσο και να τις απεχθάνομαι, τις χρειάζομαι, κάτι σαν το σούπερ μάρκετ. “Λοιπόν σκύλε, πόσοι σπουδαίοι άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα;”. Ο σκύλος κοντοστάθηκε κι ύστερα γύρισε προς το μέρος μου και ξεκίνησε να περπατάει προς εμένα. Προσπέρασε τον γάιδαρο κι έφτασε μια αναπνοή από το πρόσωπο μου. Η αλήθεια είναι πως αυτός ο σκύλος είναι λίγο τρομακτικός ώρες ώρες, έχει το σώμα και το κεφάλι λύκου μα τα μάτια του είναι καστανά και ζεστά σαν μέλι και στο αριστερό του μάτι διέκρινα ένα σημάδι, μια περιοχή πιο σκούρα μέσα στη κόρη του ματιού, κάτι ανάμεσα σε ατέλεια και τελειότητα, δυο άκρα μέσα σ’ ένα τόσο στενό σύνορο.

Ο σκύλος στάθηκε εμπρός μου κι αναπνοή του άχνιζε σαν να έκανε κρύο αλλά δεν κρύωνα, με κοίταξε βαθιά μες στα μάτια χωρίς να μιλήσει. Δε μπορούσα να καταλάβω αν το βλέμμα του ήταν επιθετικό ή διερευνητικό, πάντως φιλικό δεν ήταν. Ήταν σαν κάτι να με ρωτούσε ή σαν κάτι να έψαχνε. “Θέλεις να μάθεις πόσοι σπουδαίοι άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα;” ρώτησε πάλι με φωνή βαριά και μιλώντας αργά. “Ναι, θέλω”, απάντησα. Εκείνος τότε κάρφωσε τα μάτια του στα δικά μου επίμονα κι επιθετικά, σαν να τον είχα αδικήσει, και είπε, “πολλοί”. Ύστερα, εντελώς απαξιωτικά, γύρισε κι άρχισε να απομακρύνεται, προσπέρασε πάλι το γάιδαρο, ο οποίος μου έκανε ένα νόημα σαν με ρωτάει τι συνέβη, και συνέχισε να περπατά προς την Ακαδημίας.

Μόλις φτάσαμε στην οδό Ακαδημίας, ο σκύλος έκανε αριστερά, από πίσω ο γάιδαρος και στο τέλος εγώ. Οι δρόμοι άδειοι, τα κτήρια άδεια, ο ουρανός σαν να κρεμόταν από πάνω μας άδειος κι αυτός, χωρίς χρώμα, χωρίς σύννεφα, χωρίς διάθεση καν να υπάρχει. Παντού επικρατούσε μια σιωπή σαν αυτές των νεκροταφείων μετά ή πριν τη κηδεία. Η σιωπή στα νεκροταφεία διασπάται μόνο από τα κλάματα, ποτέ από τα γέλια. Δεν κάνουν γιορτές και πανηγύρια στα νεκροταφεία, δε παίζουν θέατρο ούτε δίνουν παραστάσεις κωμωδίας, ίσως γι’ αυτό οι νεκροί συνεχώς πεινάνε και διψάνε για επικοινωνία, γιατί δε τους μιλάει κανείς.

Φτάσαμε στη πλατεία Συντάγματος κι ο σκύλος είπε, “εδώ θα κοιμηθούμε απόψε, πρέπει να ξεκουραστείς”, μα εγώ δεν αισθανόμουν κουρασμένος και δε κατάλαβα γιατί έπρεπε να σταματήσουμε, ούτε και είχα ρωτήσει που πάμε, είχα όμως μια έμφυτη ανάγκη να περπατήσω, να προχωρήσω, να συνεχίσω να δίνω μια συνέχεια στο άγνωστο. Η αλήθεια είναι όμως πως μόλις σταματήσαμε να περπατάμε όλα μέσα μου σαν ν’ άλλαξαν. Αισθάνομουν την αναπνοή μου βαριά και το τοπίο γύρω μου φαινόταν κάπως θολό, ο σκύλος, ο γάιδαρος θολοί κι αυτοί. Κάθισα στο κέντρο της πλατείας Συντάγματος οκλαδόν λες και περίμενα κανένα Σαμάνο να μου λύσει προβλήματα που δεν γνωρίζω πως έχω.

Κοίταξα προς τα πάνω, ο ουρανός σα να σκοτείνιασε λίγο, σαν είναι η ώρα 7 το απόγευμα τέλη Σεπτεμβρίου, αναλαμπές. Πίσω από τα χλωμά σύννεφα υπήρχαν αναλαμπές, αργές αλλά σταθερές. Έκλεισα τα μάτια, οι αναλαμπές συνοδεύονταν από έναν ήχο υπόκωφο που αργά αλλά σταθερά επαναλαμβάνονταν. Αναλαμπή και υπόκωφος ήχος μαζί, αισθάνθηκα πως ήθελα να ξαπλώσω, αισθάνθηκα αδύναμος, σαν κάτι να με είχε καταβάλει. Γύρισα στο πλάι, ο σκύλος κι ο γάιδαρος δίπλα δίπλα σαν κάτι να έλεγαν, δε μπορούσα ν’ ακούσω, δεν άντεχα να προσπαθήσω. Η στιγμή που παύεις ή να ελπίζεις ή να προσπαθείς, μπορεί να είναι η καλύτερη ή και η χειρότερη, μπορεί να είναι η πρώτη ή και η τελευταία. Αισθάνθηκα πως βυθίζομαι σ’ ένα όνειρο γνώριμο, ένιωσα ασφάλεια καθώς έκλεινα τα μάτια μου, ένιωσα ηρεμία κι ήταν όλα γλυκά μα δεν ήταν. Ήταν σαν να βλέπεις τον Φρεντ Αστέρ και την Τζίνζτερ Ρότζερς να χορεύουν στον πάγο. Τι θα σε απασχολήσει, το πόσο λεπτός είναι ο πάγος και το πόσο εύκολα και πότε μπορούν και οι δύο να βυθιστούν στο παγωμένο νερό ή το πόσο τέλεια είναι η κίνηση τους και πόσο αρμονικός είναι ο χορός τους, τόσο τέλειο και ταιριαστό αυτό το θέαμα που νομίζεις πως ο Φρεντ Αστέρ και η Τζίντζερ Ρότζερς στριφογυρίζουν στ’ αστέρια προσφέροντας bonus λάμψη σε χλωμή ύπαρξη.

Ο σκύλος κοίταξε συνομωτικά τον γάιδαρο, “ίσως να μην ξημερώσει” είπε. “Ναι” αποκρίθηκε ο γάιδαρος, “το βλέπω”. Ύστερα κοίταξαν και οι δύο προς το χλωμό ουρανό, οι αργές αναλαμπές κι ο υπόκωφος αλλά σταθερός ήχος συνεχίζονταν. “Ο σφυγμός του έχει πέσει στο 25, δες” είπε ο σκύλος, “ναι βλέπω, βλέπω εδώ και ώρα” είπε ο γάιδαρος κοιτάζωντας προς τον ουρανό. “Με τέτοιο σφυγμό ίσως απόψε να μην ξημερώσει, ίσως να σβήσει” είπε πάλι ο σκύλος. “Στα τσακίδια να πάει”, είπε ο γάιδαρος. “Μη μιλάς έτσι” είπε ο σκύλος, “είμαστε εδώ για να τον βοηθήσουμε”. “Δε νομίζω πως θέλει καμία βοήθεια, δε νομίζω πως θ’ ανεχθεί. Δε θυμάται τίποτα, δε θυμάται γιατί είναι εδώ, δε θυμάται πως έφτασε εδώ ούτε τι τον περιμένει πίσω, αν ποτέ γυρίσει”. “Αυτή η τελευταία συνάντηση φάνηκε σαν τον επηρέασε πολύ”, είπε ο σκύλος, κι έμειναν κι οι δυο να κοιτάνε τη σχεδόν σωρό μου και ν’ ακούνε τους αργούς, σχεδόν τελειωμένους σφυγμούς μου, που απεικονίζονταν με αναλαμπές και υπόκοφους ήχους στο σκοτεινό ουρανό.

Ο σκύλος είχε δίκιο, οι αναμνήσεις όπως κι η συνάντηση με το παρελθόν μπορεί να σε σκοτώσουν, όπως μπορούν να σε σκοτώσουν οι επιθυμίες και τα σχέδια για το μέλλον. Το παρόν είναι η μόνη ασφάλεια αλλά για κάποιο λόγο το μέγιστο της μαγείας είναι πάντα κρυμμένο στο πριν και το μετά. Το σώμα μου ή ότι είχε απομείνει από αυτό, οι σκέψεις μου ή ότι είχαν απομείνει από αυτές, ισορροπούσουν μεταξύ ζωής και θανάτου με 25 παλμούς ανά λεπτό. Σαν εξουθενωμένος ναρκομανής ή σαν εξαρτημένος νεοσσός προσπαθούσα ανάμεσα σε καθρέφτες και φωτογραφίες να βρω το δρόμο προς μια ανάσα πιο δυνατή, γιατί αυτό τελικά είναι το σημείο μεταξύ ζωής και θανάτου, η ανάσα.

Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι τα φοβισμένα μάτια του σκύλου καθώς κάτω υπο καταρρακτώδη βροχή και δεκάδες κεραυνούς με κοίταξε έχοντας στη καρωτίδα του το κοφτερό μου μαχαίρι. Στεκόμουν από πάνω του κι η καταρρακτώδης βροχή δε μ’ ένοιαζε διόλου, θα έλεγα πως με ανακούφιζε, Οι κεραυνοί δε με φόβιζαν αλλά με γέμιζαν ζωή, ζωή που νόμιζα πως είχα χάσει. Είχα μπήξει το μαχαίρι στο λαιμό του σκύλου και με μια μου κίνηση μπορούσα να τον αποκεφαλίσω, το αισθάνθηκε αυτό, το είδα στα μάτια του. “Τι θέλεις;” με ρώτησε με φωνή σχεδόν πνιγμένη. “Πες μου, ποιός είσαι;” ρώτησα. “Πες την αλήθεια, ποιός είσαι ρε καριόλη.” Δε γνωρίζω αν μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει στη μουτσούνα ενός σκύλου ένα χαμόγελο, μα αυτός ο γαμημένος σκύλος όσο και να ούρλιαζα κάτω υπό τη καταρρακτώδη βροχή και τους τόσους κεραυνούς, όσο και να έμπηγα στο λαιμό του το μαχαίρι όλο και πιο βαθιά, φαινόταν σαν να χαμογελούσε.

Γιάννης Κακούρης