Χωματερή.

Χ

Ίσως να είχε περάσει μόνο 1 λεπτό, ίσως 5, ίσως και 10, δε ξέρω. Ξέρω όμως πως ένιωθα ότι είχαν περάσει μήνες που ακίνητος στεκόμουν στη γωνία Εμμανουήλ Μπενάκη και Ιωάννη Κωλέττη και κοιτούσα τη βιτρίνα ενός σκοτεινού, θα έλεγα, εργαστηρίου “κατασκευής και επισκευής υποδημάτων”. Έτσι δήλωνε η χειροποίητη τρόπων τινά επιγραφή που κρεμόταν κάπως περίλυπη και φτωχική, απόλυτα ταιριαστή με το ύφος τού εργαστηρίου.

Πίσω από τη βιτρίνα, όρθιος και ευθυτενής ένας κύριος με πλούσια κόμη κι αριστοκρατικό ύφος, ψηλός θα έλεγα, σίγουρα πιο ψηλός από μένα. Φορούσε πουλόβερ τρύπιο κι είχε τυλιγμένο ένα κασκόλ στο λαιμό. Φαινόταν να κρυώνει γιατί έτριβε τα χέρια του, μετά νότιζε το τζάμι και το καθάριζε για να βλέπει έξω καλύτερα. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα επάνω μου, μάτια σα τρύπες, σκοτεινά και υγρά, σαν παρελθόν που ζητά συγχώρεση, σαν ευκαιρία που ζητά επανάληψη, σαν ζωή που ζητά συνέχεια, μα η συνέχεια δεν έρχεται, μα δεύτερη ευκαιρία δεν υπάρχει κι η συγχώρεση, καμιά φορά, δε δίνεται ποτέ.

Μπροστά μου στεκόταν ο παππούς Παναγιώτης, ο πατέρας του πατέρα, ο άνθρωπος για τον οποίο δε μίλησε ποτέ κανείς. Ο Παναγιώτης που μεγάλωσε ορφανός γιατί έχασε τους γονείς του στην Ισπανική γρίπη του 1918, ο Παναγιώτης που τον πήρε στο σπίτι ο θείος του και οι δυο του ξαδέλφες τον μεγάλωσαν σαν παιδί τους, η μία που του έκανε όλα τα χατίρια κι η άλλη που δεν του έκανε κανένα. Ο Παναγιώτης που παντρεύτηκε τη Ζωή, τη γιαγιά που την είδα κουτσή και βλοσυρή πάνω στο γάιδαρο, κόρη του ταβερνιάρη του Γιώργου που όλη μέρα έπινε και έψηνε και κολυμπούσε στη Γιάλοβα. Μαζί της έκανε τρία παιδιά, και ζούσαν όλοι στη Χώρα, στο κτήμα Χότζα, έτσι το έλεγαν, Το κτήμα χάθηκε, όπως και πόσα άλλα μέσα σε μια νύχτα, όταν η γιαγιά η Ζωή έπρεπε να φύγει κι έτσι αδράττοντας την ευκαιρία του προβλήματος της,  “φίλοι” και “συγγενείς” ανέλαβαν να τη “βοηθήσουν” με γρήγορο χρήμα εξαϋλώνοντας τη περιουσία.  Κάνε δουλειά με τ’ αδέλφια σαν να είναι ξένοι και με τους ξένους σαν να είναι αδέλφια, λέει η παροιμία. Ποια παροιμία άραγε δε λέει την αλήθεια;

Ο Παναγιώτης που έζησε 1ο & 2ο Βαλκανικό πόλεμο, 1ο & 2ο Παγκόσμιο, που συμμετείχε ενεργά στον ΕΛ.ΑΣ κατά τη διάρκεια της κατοχής κι όταν οι Γερμανοί ηττήθηκαν κι αποχώρησαν κατέβηκε κι αυτός, όπως και πόσοι άλλοι, από τα βουνά νικητής και τροπαιούχος για να πιει το κρασί της νίκης αλλά αντί αυτού ήπιε το δηλητήριο του Εμφυλίου. Ο Παναγιώτης που γλίτωσε από Ιταλούς, Γερμανούς, Αιγύπτιους, Βούλγαρους και προδότες, για να χαρακτηριστεί ο ίδιος προδότης από Έλληνες και να φυγαδευτεί μια νύχτα για να μην τον σκοτώσουν μέσα στο σπίτι του, μπροστά στη γυναίκα του και τα παιδιά του. Ο Παναγιώτης που έζησε μέσα σε ελλείψεις, κακουχίες και θάνατο προσδοκώντας το καλύτερο αύριο, μόνο που το αύριο σαν ήρθε τον βρήκε να κρύβεται στην Αθήνα, να πιάνει πάλι τη τέχνη του παπουτσή, αυτή που πάντα ήξερε, για να μπορέσει να επιβιώσει και να περπατά με το κεφάλι σκυφτό ανάμεσα σε εξατμίσεις και βιαστικά αυτοκίνητα στα στενά της Ομόνοιας μη τυχόν και τον αναγνωρίσει κανείς.

Ομόνοια να σου πετύχει, να ζεις ανάμεσα σε ανθρώπους που ένας προσδοκά να καταδόσει τον άλλο, κατάντια. Εκεί έπεσε ο Παναγιώτης, στη κατάντια. Ο Παναγιώτης που καβαλούσε το άλογο και χανόταν στα βουνά που κρυβόταν ο ΕΛ.ΑΣ, αναπνεοντας το οξυγόνο της ελευθερίας και ζώντας στη χαρά της ελπίδας, κρυβόταν τώρα στα στενάκια της αχανούς πρωτεύουσας αναπνέοντας το οξυγόνο της σκλαβιάς και ζώντας στη λύπη της απώλειας. Η ζωή που έχει ως βασικό στόχο, και ενίοτε μόνο στόχο, την επιβίωση, είναι μια ζωή που δεν έχω ζήσει.

Απελπισμένος, μόνος, στερημένος, λυπημένος απογοητευμένος από τα πάντα, μα πιο πολύ από τις ελπίδες που κάηκαν και δε ξαναφυτρώνουν, βρήκε ένα απάγκιο στην αγάπη και την αγκαλιά της Ουρανίας. Μαζί έκαναν ένα παιδί. Η γιαγιά η Ζωή τον ξέγραψε, γαλούχησε και τα παιδιά της έτσι, τον ξέγραψαν κι αυτά. Όταν είσαι απελπισμένος και ψάχνεις από κάπου να πιαστείς, ψάχνεις μιαν άκρη πριν βυθιστείς στο βούρκο, θα πιαστείς από οτιδήποτε χωρίς να ξέρεις αυτό τι είναι και κυρίως χωρίς να ξέρεις που αυτό θα σε βγάλει.

Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή
Μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι
Έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
Γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ
Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
Κανείς δεν θα μπορέσει να σε βγάλει
Μοναχός βρεσ την άκρη της κλωστής
Κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι*.

Πιάστηκε στο βρόχι ο Παναγιώτης, στο βρόχι ανάμεσα στου κάτω κόσμου τη πονηριά και της πρώτης άνοιξης την αγάπη, στο βρόχι μιας ζωής μη αναμενόμενης αλλά παρά ταύτα ζωής, ζωής γλυκιάς έστω και για λίγο, μετά από τόσο πολύ θάνατο. Αγάπησε πολύ την Ουρανία και τη κόρη που έκανε μαζί της αλλά δε ξέχασε ποτέ τα παιδιά του και πάντα ήλπιζε σε μια συγχώρεση, συγχώρεση και διαζύγιο που η γιαγιά η Ζωή δεν έδωσε ποτέ.

Τα μάτια του σαν να ήθελαν κάτι να μου πουν μα η πόρτα του εργαστηρίου ήταν κλειδωμένη απ’ έξω με αλυσίδα βαριά και λουκέτο κι εκείνος στεκόταν ακίνητος, με κοιτούσε κι έτριβε το τζάμι που και που για να με βλέπει καλύτερα. Πλησίασα κοντά κι εκείνος το καθάρισε με μεγάλες κινήσεις για να ξεθωριάσει πιο μεγάλη επιφάνεια. Για πρώτη φορά διέκρινα στα μάτια του μια λαχτάρα και έναν ενθουσιασμό. Εκείνος παραμέρισε λίγο κι έτσι μπόρεσα να δω μέσα στο εργαστήριο. Ένας πάγκος, εργαλεία στο τοίχο, καλαπόδια, δέρματα, κορδόνια, παπούτσια έτοιμα και παπούτσια ημιτελή, όμορφα παπούτσια, φτιαγμένα με πολύ μεράκι. Η καρέκλα που καθόταν και δούλευε, μια λάμπα, ένα ντιβανάκι που σίγουρα για να χωρέσει εκεί θα έπρεπε να διπλωθεί στα τέσσερα.

Ηθελα να μυρίσω μα δε μπορούσα, προσπάθησα να μιλήσω μα δε μπορούσα ούτε αυτό. Έβαλα το χέρι μου πάνω στο τζάμι, για πρώτη φορά ένιωσα πόσο κρύο ήταν, εκείνος τραβήχτηκε λίγα βήματα πίσω και το ύφος έγινε κάπως σοβαρό, σα να σκοτείνιασε. Τώρα μπορούσα να τον δω ολόκληρο. Πρέπει να είχε ύψος 1.90 και τα μαλλιά του ήταν σαν του Λόρδου Βύρωνα, κυματιστά και πλούσια. Φορούσε ένα παντελόνι υφασμάτινο με τη ζώνη δεμένη ψηλά και το πουλόβερ μέσα από το παντελόνι. Κασκόλ, πουλόβερ και παντελόνι είχαν τρύπες και από παντού κρεμόντουσαν κλωστές, τα παπούτσια του όμως ήταν πεντακαθαρα και καινούργια θαρρείς. Καφέ δερμάτινα με κορδόνι και τακούνι, παπούτσια πολύ όμορφα και γυαλισμένα στην εντέλεια, μια αντίθεση στο όλο παρουσιαστικό του.

Κοίταξα πάλι τη πόρτα, κλειδαμπαρωμένη από την έξω πλευρά με μια αλυσίδα λες και έχουν δέσει καράβι κι ένα λουκέτο μεγάλο. Έπιασα να την κουνήσω, να δω αν έχει περιθώρια να χαλαρώσει λίγο, φάνηκε τεντωμένη όσο να μη πηγαίνει άλλο. Ο Παναγιώτης πλησίασε το τζάμι κι αυτή τη φορά το χτύπησε, ξαναπήγα κοντά του. Μου έκανε νόημα να μην συνεχίσω, κούνησε το χέρι του δεξιά κι αριστερά σαν μου έλεγε να σταματήσω, γιατί άραγε; σκέφτηκα. Ποιός τον κλείδωσε εκεί μέσα και πόσο καιρό είναι εκεί άραγε; Δεν του έδωσα πολύ σημασία και ξαναπήγα στην αλυσίδα, την έπιασα με τα δυο μου τα χέρια και προσπάθησα να τη κουνήσω δυνατά. Δεξιά αριστερα πάνω κάτω, δεξιά αριστερά πάνω κάτω, τίποτα. Ο Παναγιώτης ξαναχτύπησε το τζάμι πιο επιτακτικά, πλησίασα πάλι κι αυτή τη φορά με αυστηρό ύφος και με αυστηρό βλέμμα έκανε ξανά νόημα να μη συνεχίσω τη προσπάθεια μου. Τα μάτια του δεν ήταν σκοτεινά πια, είχαν χρώμα καστανό και το λευκό της κόρης που πριν δεν φαινόταν τώρα ήταν κατάλευκο, σαν φως που νίκησε το σκοτάδι. Έβαλε το χέρι του κι αυτός απαλά στο τζάμι, με κοίταξε με ένα βλέμμα τόσο ζεστό και φιλόξενο και μου έκανε νόημα σαν να ήθελε να πει “άστο, δεν πειράζει”.

Με κοίταξε και χαμογέλασε κι ύστερα χαμογέλασα κι εγώ. Ακούμπησα το χέρι μου επάνω στο τζάμι εκεί που ήταν το δικό, έτσι όπως κάνουν οι κατάδικοι με τους επισκέπτες. Μείναμε να κοιταζόμαστε για λίγο και να χαμογελάει ο ένας στον άλλο λες κι είχαμε γνωριστεί κάποτε, λες κι είχαμε ζήσει κάτι μαζί, λες κι είχαμε αναμνήσεις. Μα δεν είχαμε ούτε μία, εκείνος με είδε μια φορά μόνο όταν ήμουν 2 ή 3 χρόνων, εγώ δεν τον θυμάμαι. Όμως οι αναμνήσεις είναι πράγμα περίεργο συνδέονται καμιά φορά με τις ελπίδες όπως το απραγματοποίητο παρελθόν συνδέεται με το άγνωστο μέλλον.

Ο Παναγιώτης πέθανε πάμπτωχος και λυπημένος στον Ευαγγελισμό. Είχε ζάχαρο, καρδιά, πίεση, απογοήτευση, μελαγχολία, σκοτεινιά. Πέθανε κι είχε μαύρα κι άκοπα νύχια στα πόδια του κι ίσως γι’ αυτό κυκλοφορεί τώρα μ’ αυτά τα φίνα και λουστραρισμένα σκαρπίνια, για να μη ξαναδεί τα νύχια του ποτέ. Πέρασε πολλά χρόνια σ΄εκείνο το “εργαστήριο κατασκευής και επισκευής υποδημάτων” φτιάχνοντας κατά παραγγελία παπούτσια δερμάτινα για διάφορους κυρίους, πουλώντας τα για ένα κομμάτι ψωμί, αναπνέοντας κάθε μέρα το οξυγόνο της σκλαβιάς κι αναπολώντας τις μέρες της ελευθερίας, μέρες που τις ελπίδες του δεν τις είχε θάψει ακόμα.

Κάποια στιγμή γύρισε και κοίταξε προς τα πίσω σαν κάποιος να του μίλησε ή σα να βλέπει το παρελθόν του, ένα παρελθόν από το οποίο δε μπόρεσε ποτέ να ξεφύγει. Κοίταξε προς τα πίσω, έριξε το βλέμμα χαμηλά κι ύστερα ξαναγύρισε το κεφάλι του προς εμένα. Προσπάθησα να δω κι εγώ αν υπήρχε κανείς άλλος μέσα στο εργαστήριο, κανείς.  Σήκωσε το βλέμα και με κοίταξε στα μάτια, αυτή τη φορά είχε τα μάτια παιδιού, χαμογέλασε κι ένιωσα πως με τύλιξε το χαμόγελο του. Συμπόνια, αυτό είδα στα μάτια του, συμπόνια και κατανόηση. Έβαλε το χέρι του στο στόμα και το φίλησε κι ύστερα το ξανακούμπησε πάνω στο τζάμι που τώρα έκαιγε σαν τη πηγή της ζωής, δάκρυσα, δάκρυσε κι εκείνος.

Είναι περίεργο όταν κοιτάς κάποιον στα μάτια, μπορεί εκεί να διαβάσεις πράγματα που δε θα σου πει κανείς ποτέ. Προσπάθησα να μιλήσω μα και πάλι φωνή καμιά, αφωνία πλήρης. Οι γραμμές κάτω από τα μάτια του, τ’ αξύριστα μάγουλα του, το μεγάλο του μέτωπο, τα λίγο σφιχτά χείλη. Τα σημάδια στο πρόσωπο μιας ολόκληρης ζωής, το βάθος στο βλέμμα που ποιος ξέρει τι είχε αντικρίσει κι ένας ψίθυρος που ακούστηκε κι αυτός δειλά σαν το τρόπο που ακούμπησε το χέρι του πάνω στο τζάμι, “προσπάθησα, προσπάθησα…”. Ξαφνικά και βίαια κάτι τον τράβηξε προς τα πίσω με δύναμη και χάθηκε, η ανάσα μου κόπηκε κι έμεινα να κοιτάζω το άδειο εργαστήριο. Έμεινα να κοιτάζω μέσα από το τζάμι μέχρι που πια είχε νωτίσει όλο και δε μπορούσα άλλο να δω, προσπάθησα αλλά δεν έβλεπα τίποτα. Χτύπησα και ξαναχτύπησα αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Το τζάμι σταδιακά πάγωσε, ο Παναγιώτης χάθηκε, έκανα μερικά βήματα πίσω.

Ιωάννη Κωλέττη και Εμμανουήλ Μπενάκη, το σταυροδρόμι μιας χώρας ανάμεσα σ’ έναν δολοπλόκο και σ’ έναν ευεργέτη, και στη μέση ο τσαγκάρης πατέρας τεσσάρων παιδιών που έδωσε τα πάντα στην ιδέα ενός αγώνα, μόνο και μόνο για ζήσει περίλυπος το υπόλοιπο της ζωής του βλέποντας πως ο αγώνας στον οποίο πίστεψε ήταν από την αρχή στημένος. Ξαφνικά άκουσα ένα σφύριγμα γύρισα να δω ποιος. Ο γάιδαρος κι ο σκύλος δίπλα δίπλα στο απέναντι πεζοδρόμιο της Μπενάκη με κοιτούσαν. “Πόση ώρα είστε εδώ;” ρώτησα, “όλη την ώρα είμαστε εδώ” απάντησε ο σκύλος με το υπεροπτικό κι ειρωνικό του ύφος. Ο γάιδαρος έγνεψε καταφατικά, με το δικό του υποτελικό. “Τον είδατε;”, ρώτησα. Κούνησαν και οι δυό το κεφάλι τους καταφατικά. “Που είναι τώρα ξέρετε;” ρώτησα πάλι. “Εκεί που είναι όλοι” απάντησε ο Σκύλος, “εκεί που θα πας κι εσύ”. “Που;” ρώτησα ξανά. “Στη χωματερή” είπε ο σκύλος και ξεκίνησε. Ο γάιδαρος ακολούθησε και λίγο αργότερα κι εγώ.

“Στη χωματερή, εκεί καταλήγουν όλα, όλα σου τα πράγματα κι όλα σου τα ρούχα κι όλα τα υπάρχοντα σου κι όλα όσα έφτιαξες κι έκλεψες και κέρδισες και μόχθησες κι όλα όσα έχασες, κι αυτά πάνε στη χωματερή. Όλα πάνε στη χωματερή. Κι εσύ ο ίδιος, κι οι σκέψεις σου κι οι ελπίδες σου και τα όνειρα σου και οι επιθυμίες σου, όλα πάνε στη χωματερή, τα πάντα πάνε στη χωματερή. Στη χωματερή πάνε κι οι φίλοι σου και τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου, κι η μάνα σου κι πατέρας σου κι ο σκύλος σου και το καναρίνι σου και τα πόμολα από τις πόρτες που αγόρασες και οι καρτ ποστάλ που έστειλες και τα γράμματα που έγραψες και τα βιβλία που διάβασες, όλα πάνε στη χωματερή” είπε ο Σκύλος καθώς περπατούσε μπροστά απ’ όλους. “Δεν μου έλειψε καθόλου η θετική σου στάση” του είπα. Ο Σκύλος τότε σταμάτησε γύρισε και με κοίταξε, “αν ποτέ ξυπνήσεις, που στο εύχομαι, εύχομαι να θυμάσαι πως αυτή η ζωή που σου δόθηκε είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση”.

Αφού πάμε όλοι στη χωματερή, σκέφτηκα, μπορεί αργότερα να ξανασυναντηθούμε με τον Παναγιώτη, κάτι που θα αποδεικνύονταν πέρα για πέρα αληθινό.

*Στίχοι από “Το δίχτυ” του Νίκου Γκάτσου. 

Γιάννης Κακούρης