Έξοδος.

Έ

Περπατούσαμε δε ξέρω πόσες ώρες κάτω από τον ήλιο, πάνω σ’ ένα χώμα σκληρό και θαρρείς άγονο. Ο άγριος τόπος σε κάνει άγριο, ο ήμερος ήμερο, ο φωτεινός φωτεινό κι ο σκοτεινός σε κάνει σκοτάδι. Ο γάιδαρος δε φαινόταν να έχει διάθεση για κουβέντα, τον ρώτησα 1-2 φορές αν μπορεί από γάιδαρος να γίνει Ferrari για να φύγουμε από εδώ μέσα αλλά εκείνος είπε, “το εδώ μέσα είσαι εσύ”. Συνέχιζα να ακολουθώ τη πορεία του, πάμε στη Γιάλοβα λέει, για να φτάσουμε από εδώ στη Γιάλοβα νομίζω θα χρειαστούμε 6.000 χρόνια, αλλά προτίμησα να μην πω τίποτα.

Θυμήθηκα πως κάποτε είχα δει ένα όνειρο πως περπατούσα έτσι σαν και τώρα σ’ έναν τόπο άγονο, ξερό, σ’ έναν τόπο που αν δεν σ’ απειλεί ευθέως σε απειλεί πλαγίως, σαν να σου λέει, ξάπλωσε λίγο να ξεκουραστείς και θα φροντίσω εγώ να μην σηκωθείς ποτέ. Υπάρχουν τέτοιοι τόποι, υπάρχουν και τέτοιοι άνθρωποι, μπορεί να σε γελάσουν, να σε ρουφήξουν και να μην σταθείς στα πόδια σου ξανά ποτέ. Κάποιοι λένε καλύτερα να κάνεις κάτι από το να μην κάνεις τίποτα και πως η απραξία μπορεί να σε σκοτώσει, εγώ πάλι λέω καλύτερα να μην κάνεις τίποτα αν δεν ξέρεις τι κάνεις και πως οι πράξεις μπορεί να σε σκοτώσουν πολύ πιο γρήγορα από την απραξία.

Από τη στιγμή που θα δεις το φως του κόσμου μέχρι τη στιγμή που θα το χάσεις, έχεις το περιθώριο να δημιουργήσεις ενώ ταυτόχρονα φθείρεσαι. Θεέ μου πόσο σκληρό είναι αυτό το χώμα, σκέφτηκα, έχει να βρέξει χρόνια, απάντησε ο γάιδαρος, πολύ σπάσιμο να ξέρει τι σκέφτομαι, ξανασκέφτηκα, το ξέρω, είπε. Εκτός από το σκληρό χώμα, εντύπωση μού έκαναν κι οι πελώριοι κάκτοι, τέτοιους κάκτους δεν έχω ξαναδεί, μεγάλοι σαν βελανιδιές και τ’ αγκάθια τους σαν πρόκες, μεγάλα και άκαμπτα. Πλησίασα έναν και τον κοιτούσα από κάτω, πρέπει να είναι και 10 μέτρα ύψος, τι κάκτος είναι αυτός; πρέπει να έχει κάποια ονομασία, ίσως κάποτε να μάθω.

Η απόσταση μου από τον γάιδαρο παραμένει σταθερή κι όση ώρα κι αν είμαστε σε πορεία ο ήλιος φαίνεται σταθερά στο ίδιο σημείο, δεν έχουμε πιεί μια στάλα νερό, δεν έχουμε κάτσει για 1 λεπτό, ο σκύλος που είναι; ρώτησα, πίσω σου, είπε. Γύρισα να δω, μια έρημος μπροστά, μια έρημος πίσω, πελώριοι κάκτοι παντού. Η μόνη διαφορά μεταξύ του μπροστά και του πίσω, ο κώλος του γαϊδάρου. Είσαι σίγουρος πως πάμε καλά; ρώτησα πάλι χωρίς να πάρω καμία απάντηση. Μήπως πρέπει να περιμένουμε τον σκύλο; να κάνουμε μια στάση; να πιούμε λίγο νερό; Καμία στάση. είπε ο γάιδαρος, προχώρα, πρέπει να βγούμε από εδώ μέσα.

Συνέχισα να περπατάω προσηλωμένος στο κώλο του γαϊδάρου που ήταν και το μόνο σημείο που μπορούσα να ξεχωρίσω στον ορίζοντα, αν τυχόν δεν τον έβλεπα, όλα μου φαινόντουσαν ίδια. Που και που γύριζα το κεφάλι μου προς τα πίσω, μήπως δω τον σκύλο, τίποτα, κανένα σημάδι, κανένα ίχνος. Νομίζω πως δεν πάμε πουθενά, τίποτα δεν αλλάζει, ούτε καν ο ήλιος θέση, δεν αισθάνομαι τον άνεμο, μου φαίνεται πως δεν έχω ανάγκη για νερό κι αυτό μου φαίνεται περίεργο, ανεξήγητο θα έλεγα αλλά ισχύει. Μόνο βαδίζουμε και βαδίζουμε και βαδίζουμε, αυτός ο γάιδαρος είναι τρελός, σκέφτηκα, αν νομίζει πως θα φτάσουμε έτσι στη Γιάλοβα. Πρέπει να είμαστε ήδη μέρες που βαδίζουμε πάνω σ’ αυτό το άθλιο χώμα, ανάμεσα σ’ αυτούς τους πελώριους, αγριωπούς κι απρόσιτους κάκτους. Τι μέρος είναι αυτό; ρώτησα τον γάιδαρο, πάλι σιωπή.

Νευρίασα πόσες φορές δε ξέρω μ’ αυτή τη κωλοσιωπή και σταμάτησα να βαδίζω αλλά ο γάιδαρος δε σταμάτησε κι όταν κόντευε να εξαφανιστεί στον ορίζοντα μ’ έπιανε ένας τρόμος ότι θα μείνω μόνος και ξεκινούσα πάλι και βάδιζα γρήγορα για να τον προλάβω. Αισθάνθηκα εξαντλημένος αλλά κάτι μέσα μου με έκανε να πιστεύω πως πρέπει να συνεχίσω, πως πρέπει να φτάσω στη Γιάλοβα χωρίς ούτε εγώ να ξέρω γιατί. Η σιγουριά κι η σταθερή πορεία του γαϊδάρου μ’ έκανε να πιστέψω πως τουλάχιστον αυτός ξέρει πώς θα φτάσουμε εκεί. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνειδητοποίησα πως πίστευα σε κάτι, πίστευα πως ο γάιδαρος γνωρίζει αυτό που δεν γνωρίζω εγώ και γι’ αυτό τον ακολουθούσα. Συνειδητοποίησα πως συνεχίζω να βαδίζω σ’ ένα μέρος που δε ξέρω ποιο είναι, προσπαθώντας να φτάσω κάπου χωρίς να ξέρω το δρόμο, ίσως αυτός να είναι ο ορισμός της πίστης, σκέφτηκα. Μόλις ολοκλήρωσα τη σκέψη μου ο γάιδαρος σταμάτησε, σταμάτησα κι εγώ.

Πρώτη φορά που ο γάιδαρος σταμάτησε μετά από μέρες, σαν να μου κόπηκε η ανάσα αισθάνθηκα, λες να φτάσαμε; Δε μπορεί να φτάσαμε, το τοπίο παρέμενε ίδιο, ο ήλιος στη ίδια θέση, οι κάκτοι πάντα εκεί, ο σκύλος άφαντος κι όμως κάτι υπάρχει που δεν είναι ίδιο. Προσπαθώ να το καταλάβω μα δε μπορώ, προσπαθώ να το δω μα δε το βλέπω, το αισθάνομαι όμως. Κοιτάζω γύρω γύρω πιο προσεκτικά, δε βλέπω τίποτα διαφορετικό μα και πάλι το μάτι μου δε με γελάει, κάτι υπάρχει. Στη βάση ενός κάκτου βλέπω μια παπαρούνα, μια κατακόκκινη παπαρούνα, το μόνο πράγμα που είναι διαφορετικό εδώ και μέρες! Κοιτάζω και ξανακοιτάζω, είναι αλήθεια.

Η εύθραυστη και χαριτωμένη παπαρούνα με τα κατακόκκινα κι απαλά πέταλα της, το λυγερό και λεπτεπίλεπτο κορμάκι της, μπροστά στο δάσος των άχαρων άγριων κάκτων, φαντάζει σαν έναν ερωτευμένο ανάμεσα σε νεκρούς. Πως θα μπορούσε να επιβιώσει ένας ερωτευμένος ανάμεσα σε νεκρούς; αναρώτηθηκα και μετά σκέφτηκα, πως θα μπορούσε να μην; Ο γάιδαρος κούνησε την ουρά του. Ένα αεράκι για πρώτη φορά φύσηξε, η παπαρούνα φάνηκε πιο καθαρά καθώς ο άνεμος την έκανε να χορεύει. Κοίτα, είπε ο γάιδαρος, η παπαρούνα στο αεράκι χορεύει, ο κάκτος δεν το αισθάνεται, στη καταιγίδα η παπαρούνα πεθαίνει, ο κάκτος συνεχίζει και ζει. Τι θες να πεις; ρώτησα. Καμιά φορά, είπε, αν θες και να ζεις και να επιβιώνεις καλό είναι να μπορείς να γίνεσαι και τα δύο.

Αισθάνθηκα πως το σκληρό και άγριο χώμα κάτω από τα πόδια μου μαλάκωσε και ζέστανε και μ’ αγκάλιασε. Έσκυψα να δω, παντού άμμος, άμμος ζεστή καλοκαιρινή, χρυσαφένια που τα πέλματα μου είχαν βυθιστεί μέσα της και θαρρείς πως η ζεστασιά της μεταδόθηκε σε όλο μου το σώμα. Την άμμο σύντομα τη σκέπασε νερό κι έβαλα λίγο στη χούφτα μου και το γεύτηκα, υφάλμυρο. Το νερό έφτασε μέχρι τα γόνατα κι οι κάκτοι έγιναν πάσσαλοι που πάνω τους είχαν αράξει πουλιά αποδημητικά, πελαργοί, αργυροπελεκάνοι, ερωδιοί, κορμοράνοι. Πετούσαν δεξιά κι αριστερά κι άλλα καθόντουσαν επάνω στους πασσάλους κι έκραζαν κι έκαναν θορύβους περίεργους που όμοιους δεν είχα ξανακούσει.

Που είμαστε; ρώτησα, φτάσαμε, είπε ο γάιδαρος.

Γιάννης Κακούρης