Μαύρο κουτί.

Μ

Ανοίγω και κλείνω τα μάτια, σκοτάδι. Κλείνω κι ανοίγω τα μάτια, σκοτάδι και πάλι. Κάποτε έλεγαν πως είμαι αστείος και χαρούμενος τύπος μα εγώ, μόνο το μετά σκεφτόμουν και το θάνατο. Τώρα, είμαι κλεισμένος σ’ ένα μαύρο κουτί, χα! τι αστείο. Αυτό ίσως να είναι το μαύρο κουτί του εγκεφάλου μου, μάλλον έχω ένα κι όταν σβήσω, κατά πως λένε εδώ μέσα οι καθηγητές και οι προϊσταμένες σύντομα, θα με συνδέσουν με το πολυμηχάνημα ανάσυρσης πληροφοριών και λοιπών τεχνικών στοιχείων και παραμέτρων πτήσης, για να βρουν που οφείλεται η πτώση κι η συντριβή.

Χα! τώρα καταλαβαίνω, είμαι μέσα στο μαύρο μου κουτί σαν μια τελευταία πληροφορία που θα βοηθήσει τους απ’ έξω να καταλάβουν γιατί κράσαρε ο εγκέφαλος. Εγκέφαλος! Μαύρος εγκέφαλος, Μαύρος Πιτ, Μαύρος Τζο. Ο Μαύρος Τζο πολύ μου άρεσε. Σαδιστικός, εριστικός, υπερδύναμος μα πράος, σίγουρος κι όμως ευάλωτος στου έρωτα το άγγιγμα, όπως όλοι. Πέρασε απέναντι με τον Άντονι Χόπκινς αλλά αποφάσισε να στείλει πίσω στη ζωή τον αφελή Μπραντ Πιτ για να ζήσει τον έρωτα του με τη πλούσια κληρονόμο. Ακόμα κι ο Joe Black που έχει καρδιά πιο σκληρή κι από τα χρηματοκιβώτια του Φορτ Νοξ στο Αμέρικα, δε κατάφερε να σταματήσει του έρωτα τις στάλες.

Έτσι είναι ο έρωτας, μια στάλα που κυλάει κι ότι αγγίζει το ζωντανεύει, ακόμα και τον Τζο τον Μαύρο. Άμοιρε Μπραντ, αν η ταινία είχε σίκουελ θα είχες φάει πόρτα σε δύο μήνες από τη πλούσια κληρονόμο γιατί η μενταλιτέ του Χάρου, όπως και η μόρφωση του άλλωστε, ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με τις χίλυ μπίλυ απόψεις σου για τη ζωή και την αφελή σου φράντζα που νόμιζες πως θα γοήτευε για πάντα τη γλυκιά πρασινομάτα. Όσο μαλλί κι αν είχες αγαπητέ Μπράντ, μετά το ξετίναγμα του ψυχικού της εγκεφάλου που της έκανε ο Joe Black, καράφλα θα σ’ έβλεπε.

Έχω αρχίσει κι εκνευρίζομαι που καταλαβαίνω τη κατάσταση μου αλλά δε μπορώ να κάνω τίποτα για να την αλλάξω, βγάλτε τη πρίζα, ας τελειώνουμε, δε με νοιάζει, δε φοβάμαι. Ας πάω κι εγώ στη χωματερή που είπε εκείνος ο παλιόσκυλος, ας κλείσουν τα φώτα, ας πέσει η αυλαία, ας πηγαίνουμε. Μα δεν πηγαίνουμε. Μόνο εγώ ή ότι έχει απομείνει απ’αυτό, βρίσκομαι κάπου που δε ξέρω που, μιλάω κι απαντάω συνεχώς στον εαυτό μου χωρίς να παρεμβάλλεται κανείς, σκέφτομαι αλλά δε καταλήγω, ψηλαφώ μα δεν αισθάνομαι, περιμένω μα δεν ελπίζω, αναρωτιέμαι δίχως να χαίρομαι, θυμάμαι χωρίς να καταλαβαίνω… Αυτή η κατάσταση δε διαφέρει και πολύ από τη κανονική μου ζωή κι αν η κανονική μου ζωή με οδήγησε εδώ, σ’ αυτό το μαύρο κουτί, από εδώ που πάμε;

Λένε πως θα πεθάνω σύντομα, ίσως και να έχω πεθάνει λένε, εγκεφαλικός θάνατος κι όπου να’ ναι θα ακολουθήσει κι η καρδιά, μα δε ξέρουν πως η καρδιά πέθανε πρώτη. Ο κακομοίρης ο εγκέφαλος σκαρφίστηκε ένα σωρό ιδέες και έζησε σε φαντασίες πριν μπαρουτιάσει κι αυτός. Η καρδιά πέθανε πριν απ’ όλους κι όταν θα πάω κάτω, να κάνω λογαριασμό και να ζυγιστώ, η καρδιά θα μιλήσει μόνο γιατί μόνο εκείνη λέει την αλήθεια. Ο εγκέφαλος προκειμένου να κρατηθεί στη ζωή εκλογικεύει ακόμα και το χυδαίο, δικαιολογεί το άδικο, κατανοεί το παράλογο. Κι έτσι πορεύεται, βγάζοντας συμπεράσματα που η καρδιά δε θέλει ούτε ν’ ακούσει, απαξιεί, κοιτάζει αλλού και περήφανη πηδάει από το γκρεμό της, την ώρα που ο εγκέφαλος προσπαθεί ν’ ανοίξει αλεξίπτωτο.

Το έσκισα το αλεξίπτωτο, το κουρέλιασα. Πήρα φόρα και πήδηξα για να μη σου δώσω πούστη εγκέφαλε μια ευκαιρία και τώρα, η καρδιά χτυπά αργά και σταθερά, σα σκαρί που βυθίζεται κι εσένα η κα. Προϊσταμένη σε είπε μαλλον νεκρό, είσαι εγκεφαλικά νεκρός εγκέφαλε, άκουσες; Βλάκα εγκέφαλε που αποδέχτηκες τα πάντα, συμβιβάστηκες με τα πάντα, κατάπιες τα πάντα. Εγκέφαλε, μέγιστε προδότη της καρδιάς.

Ανοίγω τα μάτια, σκοτάδι, κλείνω τα μάτια φως. Όλα ανάποδα εδώ μέσα, όλα ζερό. Από που ξεκινά κάποιος αν όχι από το ζερό; Όλα ζερό, κράσαρε ο δίσκος, έσβησε κι εγώ τι είμαι αν όχι μια φωνή του εαυτού μου που δεν την ακούει κανείς, κανείς πια. Με τα μάτια κλειστά βλέπω ότι θέλω, με τα μάτια ανοιχτά δε βλέπω τίποτα. Ζω στη φαντασία ενός μαύρου κουτιού ερμητικά κλειστού προς τα έξω μέχρι να σβήσει κι ο τελευταίος παλμός της ύπαρξης μου, ας είναι.

Δε πεινάω, δε διψάω, δε κρυώνω πια, μόνο υπάρχω μέσα σ’ ένα απροσπέλαστο σκοτάδι γεμάτο σκέψεις. Ώρες ώρες νομίζω πως με παίρνει ο ύπνος και προσδοκώ να μην ξυπνήσω ποτέ μα ανοίγω τα μάτια μου πάλι και πάλι εδώ είμαι. Τι θα έκανα αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω; Τι θα άλλαζα; Γιατί μετάνιωσα; Μην, μην, μην πας εκεί, δε θέλω, γύρνα πίσω εδώ στο σκοτάδι, κάνε υπομονή όπου να’ναι θα τελειώσει. Φωνές, ακούω φωνές, πόσο θα ήθελα ν΄ακούσω πάλι όλες τις φωνές, σκοτάδι, βλέπω σκοτάδι, πόσο θα’ θελα να φανεί κάποιος…κολοσκόταδο. Έκλεισα πάλι τα μάτια, κουλουριάστηκα, δε μπορεί να μην υπάρχει μέσα μου λίγο φως.

Όταν ήμουν μικρός έβαλα στο στόμα μου κάτι λεπίδες ξυραφάκια ‘Άστορ, κατακόπηκα, η γιαγιά μου η Μαρίκα έφτιαχνε πολύ ωραία μπιφτέκια και μ’ έμαθε Θανάση και Κουμ Καν. Ο πατέρας ήταν πολύ νευρικός κι οδηγούσε πολύ επικίνδυνα, η μητέρα ούρλιαζε γιατί φοβόταν, η αδελφή μου κοιταζόταν πολύ στον καθρέφτη και εγώ είχα πολλά σπυριά και με πηγαίναν συνέχεια στους γιατρούς. Μάζευα σπίρτα, μάζεψα πολλά σπίρτα κι ένα βράδυ έβαλα φωτιά στο δωμάτιο την ώρα που όλοι κοιμόντουσαν, πρέπει να ήμουν 8-9 χρονών κι ο πατέρας είχε ντύσει το δωμάτιο μου με μια ταπετσαρία γεμάτη φόρμουλες. Θυμάμαι ακόμα πως καιγόταν η ταπετσαρία στον τοίχο την ώρα που μπήκαν μέσα και με βγάλανε. Η φωτιά, η φωτιά με κυνηγούσε πάντα μέχρι που μ’ έκαψε, φως.

Οι παπαρούνες, μου άρεσαν πολύ οι παπαρούνες και τη μητέρα τη φωνάζαμε Πόπυ από το Καλλιόπη, μου άρεσαν και κάτι μωβ λουλούδια που τα έτρωγα και γινόταν η γλώσσα και τα δόντια μου μωβ. Με πήγαν στον οδοντίατρο, μου μούδιασε τα χείλη κι όταν γυρίσαμε ήταν ακόμα μουδιασμένα και δεν ένιωθα τίποτα, είχα πολύ εντυπωσιαστεί. Πήρα το μαχαίρι που κόβαμε το ψωμί και έκοψα τα χείλη μου και πάλι δε κατάλαβα τίποτα. Όταν πέρασε η επίδραση της αναισθησίας τα κατάλαβα όλα και πόνεσα πολύ. Άνοιξα τα μάτια και παρακάλεσα, φως, λίγο φως, αν υπάρχεις, ότι κι αν είσαι, όπου κι αν είσαι, λίγο φως σε παρακαλώ.

Ο παππούς κάπνιζε Καρέλια σκληρό κι εγώ του έκοβα το πάνω μέρος από το πακέτο γιατί είχε χαρτόνι καλής ποιότητας κι με ένα μανταλάκι το έπιανα στις ακτίνες του ποδηλάτου και πήγαινα πάνω κάτω τον δρόμο στο Διακοφτό κι έκανα φασαρία. Ο παππούς έκανε φασαρία κι αυτός γιατί ο άνεμος του έπαιρνε τα τσιγάρα αφού του είχα χαλάσει εγώ το κουτί, είχε κάτι μάτια γαλάζια και κάθε φορά που τον κοιτούσα νόμιζα πως έβλεπα τη θάλασσα. Ο πατέρας ήταν πολύ νευρικός, α όλα κι όλα, πολύ πολύ νευρικός κι η μητέρα ζωγράφιζε και μαγείρευε κι όλο έτρεχε δεξιά κι αριστερά κι η κα. Χριστίνα η γειτόνισσα μας φρόντιζε.

Μια φορά μ’ έστειλε να πάρω ψωμί, το ψωμί έκανε δύο δραχμές νομίζω, ίσως και μία, πεινούσα όμως και μέχρι να πάω πίσω το έφαγα, δε με χτύπησε ποτέ κανείς, η αδελφή μου είχε φάει κάτι ψιλές, εγώ ποτέ. Ήμουν και ήσυχος όμως, ήσυχος και άρρωστος συνήθως. Κανονικά δεν θα έπρεπε να είχα φανεί στον κόσμο, οι γιατροί, είχαν πει να μην κάνει 2ο παιδί γιατί η αδελφή μου, που ήταν κι αυτή ζοχαδιακή σαν τον πατέρα, έκανε της μητέρας το σύστημα άλα μπάλα και δεν έπρεπε να κάνει άλλο παιδί. Όταν το κατάλαβε πως ήταν έγκυος ήταν ήδη αργά. Ο γιατρός της είπε 50-50 οι πιθανότητες. 50-50 οι πιθανότητες στην αρχή, 99-1 οι πιθανότητες στο τέλος, φως, λίγο γαμημένο φως.

Ο παππούς ψάρευε, ψάρευε με τις ώρες και με τα καλάμια και τα σύνεργα του πήγαινε κι ερχόταν. Είχε κι ένα καρεκλάκι μικρό και καθόταν εκεί κι ατένιζε τη θάλασσα και ποιός ξέρει τι σκέφτοταν άραγε. Έπιανε κέφαλους και σπάρους και άλλα ψάρια μικρά και μεγάλα και τα τηγάνιζε η γιαγιά και τρώγαμε. Πριν κοιμηθώ χτυπούσα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι, μπορεί και 2 και 3.000 φορές, τις μετρούσα. Αργότερα είχα μια ρακέτα του τένις κι έπαιζα στο τοίχο για ώρες. Έπαιζα τόσες πολλές ώρες και για τόσο καιρό που την πρώτη φορά που έπαιξα σε κανονικό γήπεδο με άλλον, με ρώτησαν ποιός είναι προπονητής μου κι εγώ ήθελα να πω ο τοίχος αλλά δεν είπα τίποτα.

Στην Ελούντα πηγαίναμε στη ντισκοτέκ, ήμουν 12 ή 13 και η ντισκοτέκ είχε ένα πάτωμα φωτεινό με τετράγωνα που άναβαν και έσβηναν, πολύ μου άρεσε εκείνο το πάτωμα. Μετά βγαίναμε έξω και καπνίζαμε και τις μέρες παίζαμε μπάλα στις αλυκές που ο ήλιος τις είχε στεγνώσει, ΦΩΣ! ΛΙΓΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΦΩΣ! φώναξα. Ακούστηκε ο ήχος ενός διακόπτη, έναν μεταλλικό κλικ και στο ένα μέτρο από μένα άναψε μια πράσινη λάμπα με μπρούτζινο σκελετό από αυτές τις Αγγλικές,  του γραφείου. Μπορούσα να διακρίνω την αλυσίδα που ακόμα κουνιόταν, αλυσίδα που κάποιος την τράβηξε για ν’ ανάψει τη λάμπα. Δε τόλμησα να κουνηθώ, δεν τόλμησα να μιλήσω μη τυχόν και σβήσει.

Διέκρινα καπνό, κάποιος ήταν εκεί και κάπνιζε αλλά δε μπορούσα να δω ποιός. Έβλεπα μόνο τη λάμπα, την αλυσίδα, ένα τηλέφωνο μαύρο από τα παλιά με τον δίσκο, το στριφτό καλώδιο και λίγο από το βαρύ ξύλινο γραφείο. Παρέμεινα ακίνητος. Πίσω από τη λάμπα φάνηκε αμυδρά μια μορφή γνώριμη, ένας άντρας γύρω στα 30 με γραβάτα, μάλλινο γιλέκο και λευκό καλοσιδερωμενο πουκάμισο. Φορούσε γυαλιά κι έμοιαζε σαν τον Αλέξη Βαρνέζη, όσο αυτός ήταν σοβαρός βέβαια, πριν τον ξελογιάσει η ιδιαίτερα με το ζόρι και κατόπιν σύζυγος, Κατερίνα Πιερή.

Πλησίασε τη λάμπα, κρατούσε μια πίπα και κάπνιζε. Για πρώτη φορά σαν να αισθάνθηκα κάτι μετά από τόσο πυκνό κι ανέγγιχτο σκοτάδι. Αισθάνθηκα το πόσο φρικτό είναι να σ’ αγκαλιάζει κάτι τόσο σφιχτά, όσο αυτό το σκοτάδι αγκάλιαζε ότι είχε απομείνει από μένα, χωρίς να μπορείς να το αγγίξεις κι εσύ. Αυτή η λάμπα, αυτό το αμυδρό σκούρο πράσινο φως κι ο καπνός από το τσιγάρο, αυτή η φιγούρα η πατρική μέσα στο μικρό κι απέραντο μαύρο μου κουτί, με έκαναν να ψελλίσω, Θεέ μου σ’ ευχαριστώ.

Ύστερα ακούστηκε η μεταλλική, χαρακτηριστική του φωνή. Την υποψία μου ότι είναι αυτός, το άκουσμα της φωνής του την έκανε βεβαιότητα. “Ανιψιέ, πρέπει να βιαστούμε, δεν έχουμε πολύ χρόνο”. Ο Τάσος! Ο θείος Τάσος σε μια ηλικία που ποτέ δεν τον είδα. Σηκώθηκα και πλησίασα με βήματα πολύ αργά και διστακτικά, φοβόμουν μην τον χάσω, κάπνιζε κάπως νευρικά και κοιτούσε το τηλέφωνο. “Ανιψιέ, δεν έχουμε πολύ χρόνο και περιμένω ένα πολύ σημαντικό τηλεφώνημα από την Ιαπωνία, κάθισε”. Για πρώτη φορά είδα πως μια πολυθρόνα δερμάτινη βρισκόταν μπροστά από το γραφείο του. “Θείε Τάσο! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω. Τι κάνεις εσύ εδώ;”, “είναι φιλοσοφικό το ερώτημα ανιψιέ ή ουσιαστικό;” είπε εκείνος με ύφος ακαδημαϊκό. “Ουσιαστικό είναι θείε, τι κάνεις εδώ;”.

Εκείνος τότε τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά από τη πίπα κι αφού φύσηξε τον καπνό με κοίταξε στα μάτια και είπε, “το ερώτημα ανιψιέ δεν είναι τι κάνω εγώ εδώ αλλά τι κάνεις εσύ εδώ. Και τώρα κάθισε, δεν έχουμε πολύ χρόνο. Άλλωστε περιμένω κι ένα πολύ σημαντικό τηλεφώνημα από την Ιαπωνία”.

Γιάννης Κακούρης