Μνήμες / εισαγωγή.

Μ

Καθώς στεκόμουν στη στάση και περίμενα το λεωφορείο, παρατηρούσα τον τεράστιο λευκό στο απέναντι κτίριο. Στην αρχή ήταν άδειος και μετά γέμισε πεταλούδες. Το λεωφορείο θα ερχόταν σε 4 λεπτά, προλαβαίνω σκέφτηκα. Τίναξα δυνατά τα φτερά μου και μ’ ένα κατακόκκινο σπρέι έγραψα επάνω στο κατάλευκο τοίχο.

Ξυπνάω αργά δίχως κέφι
μοιάζω μ’ αρκούδα που της χτυπούν το ντέφι
Πίνω καφέ, κάνω τσιγάρα
μοιάζω βαρκούλα στο Νιαγάρα.

Πάω στη στάση, ψάχνω εισιτήριο
μοιάζω τρελός, θέλω εξιτήριο
ώρες βουβές, πλέω στη πλήξη
μοιάζω μ’ ευθεία που’ χει στρίψει.

Μετά γύρισα στη θέση μου και ξανακοίταξα τον τοίχο. Χμ, τώρα είναι καλύτερα σκέφτηκα. Μπήκα στο λεωφορείο, πόσους τοίχους θα ήθελα να βάψω, να γράψω, να γκρεμίσω. Πόσα σχέδια είχα, πόσα όνειρα, που πήγαν; Πνίγηκαν μάλλον, χαχα, τι αστείο, πνίγηκαν τα όνειρα μου, χαχα, ακούστε αστέρια, ακούστε νεκροί, πνίγηκαν τα όνειρα μου. Κάνει κρύο, πρέπει να είναι χειμώνας, γράφω και τα χέρια μου τρέμουν, θέλω να κλείσω τα μάτια για λίγο, θέλω να κλείσω τα μάτια για πάντα. Δε θέλω να ξεκουραστώ, θέλω να συνεχίσω να κουράζομαι μέχρι να πέσω, μέχρι να λιώσω.

Εχθές είδα μια παπαρούνα, μια παπαρούνα μες το χειμώνα. Τι παράξενη παπαρούνα σκέφτηκα, τι παράταιρη, τι όμορφη. Σαν ελπίδα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει, σαν όνειρο απατηλό. Ελπίδες και όνειρα, εφιάλτες και τύψεις. Φτου, φτου, φτου κακέ άνθρωπε, ψεύτη, δειλέ, διπρόσωπε. Σιχαίνομαι τους διπρόσωπους είναι εξ ορισμού ψεύτες, μισώ τους ψεύτες. Κοίτα τι μεγάλα που είναι τα δάχτυλα μου, σαν φούσκες, σαν μπαλόνια, χαχα, σα μπαλόνια, λοιπόν ξέρεις πως αν προσθέσεις το γράμμα Κ στη λέξη μπαλόνια δεν θα έχεις μπαλόνια αλλά μπαλκόνια, χαχα, ένα Κ αρκεί για να γίνει ένα μπαλόνι μπαλκόνι. Χαχα, χαχα, τι αστείο. Ξέρεις πως αν αλλάξεις θέση σε ένα γράμμα στη λέξη ελπίδα μπορείς να γράψεις λεπίδα; Ε; Η μόνη μου ελπίδα είναι μια λεπίδα, χαχα, χαχα τι αστείο. Γιατί χτυπάει πάντα αυτό το τηλέφωνο; Γιατί δε ξέρω ποτέ που είναι; Που είναι το τηλέφωνο; Που είναι το σπίτι; Που είσαι εσύ; Που είμαι εγώ; Κάνει κρύο, μάλλον χειμώνας θα είναι, κοίτα κάτι μεγάλα μπαλόνια που έχω στα δάχτυλα, χαχα, χαχα, τι αστεία μπαλόνια που έχω για δάχτυλα. Πως θα φτάσω στον Γερολιμένα; Ποιό λεωφορείο σας παρακαλώ πάει στο Γερολιμένα; Έχω αφήσει τη βάρκα μου εκεί, την έχω αφήσει γεμάτη δυναμίτη και γαριδάκια. Έχω κι ένα καπέλο εκεί, ένα μεγάλο καπέλο.

Εκεί στο Γερολιμένα, μέσα στο μαύρο σκοτάδι και κάτω από τον κρύο και καθαρό ουρανό πρέπει να πάω. Κρατώ τα μάτια μου κλειστά, με τα μάτια κλειστά βλέπω ότι θέλω, βλέπω εσένα, βλέπω εμένα. Που είμαι; Που είσαι; Κοίτα, κοίτα πως κουνιέται η βάρκα, κοίτα εκείνο τ’ αστέρι, μια παπαρούνα, ένα αστέρι, ένα άλογο, ένας σκύλος, ζαλίζομαι, ας σβήσει κάποιος το φως, όλα γυρίζουν. Θ’ ανατινάζομουν, να αυτό ήθελα να πω τόση ώρα, ελπίζω να μην χαθώ πάλι. Θ’ άκουγα μουσική, τ’ αγαπημένα μου όλα και μέσα σ’ ένα κυματάκι θα πάταγα το κουμπί και η δυναμίτιδα που φορούσα για γιλέκο θα μ’ έκανε σκόνη και θα με μοίραζε στον ουρανό και κατόπιν θα με σκορπούσε στη θάλασσα. Κι ότι θα είχε μείνει από μένα θα ήταν οι μνήμες. Οι μνήμες που πια δε θα μπορούσαν να με αγγίξουν, κρυώνω, θέλω να γίνω σκόνη, θέλω να ζήσω για πάντα, χαμηλώστε το φως, κλείστε τον ήχο. Που είσαι; Που είμαι;

Isn’t it rich?
Are we a pair?
Me here at last on the ground,
You in mid-air

Isn’t it bliss?
Don’t you approve?
One who keeps tearing around,
One who can’t move.

Που είσαι; Που είμαι; Μπουμ!

 

 

 

Γιάννης Κακούρης