Άμμος.

Ά

Τη στιγμή που σε ένα μέρος του κόσμου χαράζει, κάπου αλλού νυχτώνει. Την ίδια ακριβώς στιγμή που κάποιος πεθαίνει, κάποιος άλλος γεννιέται και αν το ποτήρι από τη μια άκρη αδειάζει από την άλλη γεμίζει. Κανείς δε ξέρει τι τον περιμένει, η τύχη, η ατυχία, ο θρήνος, ο θρίαμβος, ο ήλιος, η καταιγίδα. Ο απελπισμένος σώθηκε αλλά ο σίγουρος απελπίζεται, τα πάντα σε κίνηση, σε διαρκή αέναη κίνηση. Η μοίρα του ανθρώπου, κωμωδία και τραγωδία μαζί, χαρά και λύπη, καλό και κακό, πάνω και κάτω. Ένα βότσαλο στη λίμνη, ένα σύννεφο στον ουρανό, ένα δάκρυ στο μάγουλο, ένας κεραυνός.

Στην κουπαστή του Φοίβου η νοσοκόμα ατένιζε τη θάλασσα σαν να ατενίζει το μέλλον ενώ την ίδια ώρα στον 6ο όροφο του νοσοκομείου ο εν δυνάμει νεκρός ήταν χαμένος σε έναν κόσμο σκοτεινό κι απρόσιτο, γεμάτο μόνο με παρελθόν. Σε λιγότερο απο 48 ώρες μια ομάδα γιατρών θα εφάρμοζε τη διαδικασία για τη πιστοποίηση του εγκεφαλικού του θανάτου, ενός θανάτου που δεν είχε αιτία. Δεν υπήρξε τροχαίο, υπερβολική δόση ναρκωτικών ουσιών, ατύχημα ή κάποιο άλλο παθολογικό αίτιο. Παρά ταύτα τέτοια περιστατικά κρινόντουσαν ως μη αναστρέψιμα. Η διαδικασία της πιστοποιήσης κρατούσε σχεδόν 8 ώρες και γίνονταν από 2 ιατρικές ομάδες που επαναλάμβαναν τη διαδικασία δυο φορες ανά 4 ώρες, έτσι όριζε ο κανονισμός.

Η νοσοκόμα κρατούσε στο χέρι της στιγμές της ζωής του, μιας ζωής που φαινόταν να είχε τελειώσει απο καιρό και τυπικά θα τελείωνε πολύ σύντομα. Αναρωτήθηκε αν θέλει να διαβάσει κι άλλο απο αυτό το φθαρμένο και κάπως βαρύ για εκείνη σημειωματάριο. Υπήρξε κάποιος θάνατος, μια αγαπημένη που χάθηκε, μια ζωή που μπλέχτηκε, ένα νόημα που κάπου κάπως κόπηκε κι ένας άνθρωπος σε ένα κρεβάτι για τον οποίο δεν ήξερε και πολλά πράγματα και αισθανόταν πως δε θέλει να μάθει.

Η νοσοκόμα σε αντίθεση με τον ασθενή ζούσε εδώ και χρόνια στη σφαίρα της επιβίωσης κι ήξερε πολύ καλά πως η επιβίωση δεν αντέχει σε συναισθηματισμούς. Ο ασθενής από την άλλη πλευρά ζούσε στους συναισθηματισμούς μην γνωρίζοντας πως να επιβιώσει. Το άδειο και το γεμάτο, το πριν και το μετά, το τίποτα και το όλα. Η σύνθεση που συνθλίβεται και γίνεται άμμος κι η άμμος που ψήνεται και γίνεται γυαλί. Τι σε βαραίνει; Το παρελθόν ή το μέλλον; Ξυπνάς το πρωί ή δεν θες να ξυπνήσεις; Πας εκεί που θέλεις ή απλά θέλεις να μην σταματήσεις;

Κάπου νυχτώνει, κάπου ξημερώνει, κάποιος βλέπει το φως και κάποιος το σκοτάδι. Υπάρχουν όλα, δε μπορεί κανείς να το αρνηθεί κι όσο κι αν απαρνιέσαι τη μοίρα σου, η μοίρα σου είσαι εσύ. Λένε πως αν παλεύεις ενάντια στη φύση σου το μόνο σίγουρο είναι πως θα χάσεις. Και έτσι είναι.

Γιάννης Κακούρης