Αίγινα.

Α

Πριν βγει από το δωμάτιο και χωρίς η προϊσταμένη να την δει, έβαλε βιαστικά το σημειωματάριο του εν δυνάμει νεκρού πίσω στη θέση του. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να της γίνει παρατήρηση για αυτό ή για οτιδήποτε άλλο. Ευχήθηκε στη Προϊσταμένη και στους συναδέλφους καλό Σαββατοκύριακο και περπάτησε μέχρι τη στάση του λεωφορείου που ήταν ακριβώς μπροστά από το νοσοκομείο. Όταν έφτασε εκεί κάθισε κάτω στο παγκάκι από το σκέπαστρο. Περίεργο, σκέφτηκε, δεν έχει καθόλου κίνηση για Παρασκευή απόγευμα.

Η φωτεινή επιγραφή ενημέρωνε πως το επόμενο λεωφορείο θα ερχόταν σε 7 λεπτά, άναψε τσιγάρο. Η νοσοκόμα Σάντρα δεν κάπνιζε τακτικά, ούτε ήταν αυτό που λέμε βαριά καπνίστρια. Δεν κάπνιζε ποτέ με τον πρωινό καφέ, κάπνιζε πάντα μετά τη δουλειά. H Παρασκευή ήταν η αγαπημένη της μέρα, εκτός αν είχε εφημερία το Σαββατοκυριακό οπότε η Παρασκευή έπαυε να είναι Παρασκευή και ήταν απλά μια ακόμα μέρα. Εδώ και 3 χρόνια, κάθε Σάββατο πρωί ή με κάθε άλλη ευκαιρία που έβρισκε πήγαινε στην Αίγινα, χειμώνα-καλοκαίρι. Της άρεσε πάντα να ταξιδεύει με το φέρυ μποτ “Φοίβος”. Ένιωθε πολύ τυχερή που η σύνδεση με το λιμάνι του Πειραιά ήταν τόσο συχνή, τόσο εύκολη και τόσο σύντομη.  Ένα σαββατοκύριακο στην Αίγινα ή λίγες ημέρες εκεί, ανεξαρτητως καιρού, ήταν κάτι πολύ ευχάριστο, αναζωογονητικό, διαφορετικό απο όλα τα άλλα της πόλης, της ζωής και σίγουρα του νοσοκομείου.

Από τότε που ξεκίνησε να εργάζεται στο νοσοκομείο άκουσε πολλές φορές την έκφραση, “κλείσε διακόπτη” μα μόνο όταν επέστρεψε πρώτη φορά από την Αίγινα, κατάλαβε πως της είχε συμβεί. Εκείνο το σαββατοκύριακο είχε ξεχάσει τα πάντα, όλους τους άρρωστους, όλα τα φάρμακα, όλες τις μυρωδιές. Είχε ξεχάσει όλο το πριν και όλο το τώρα. Το κατάλαβε όμως μόνο τη Δευτέρα που γύρισε, όσο ήταν στην Αίγινα, εκείνο το πρώτο Σαββατοκύριακο, δεν το είχε καταλάβει. Αυτό είναι κάπως σαν τα όνειρα σκέφτηκε, τις περισσότερες φορές καταλαβαίνεις ότι ήταν όνειρο όταν έχει ήδη τελειώσει.

Υπήρχε μόνο μια περίοδος που απέφευγε να πηγαίνει στην Αίγινα ή οπουδήποτε αλλού και παρακαλούσε την προϊσταμένη να της βάλει όσο γίνεται πιο γεμάτο πρόγραμμα καθώς προτιμούσε να εργάζεται. Η περίοδος αυτή ήταν μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου, δεν επιθυμούσε να ταξιδεύει εκείνους τους δύο μήνες στην Αίγινα και δε τολμούσε να πάει πουθενά αλλού. Η προϊσταμένη που γνώριζε πως κάθε Σαββατοκύριακο, ή με κάθε ευκαιρία, η νοσοκόμα Σάντρα πήγαινε στην Αίγινα αλλά εκείνους τους δύο μήνες απέφευγε να πηγαίνει, τής είπε μια μέρα, σίγουρα σ’ ενοχλούν οι ξένοι και η πολυκοσμία ε; Η νοσοκόμα Σάντρα έγνεψε καταφατικά γιατί φοβόταν να πει την αλήθεια. Η αλήθεια ήταν πως αυτό που πραγματικά την ενοχλούσε δεν ήταν οι ξένοι, αλλά οι ντόπιοι, φοβόταν όμως να το πει. Πως μπορεί να πει άραγε ο ξένος στον ντόπιο, πως φέρεται σαν ξένος; Όταν είσαι ξένος, είσαι για πάντα ξένος κι ο λόγος σου δε περνάει το ίδιο.

Η νοσοκόμα Σάντρα είχε φτάσει στην Ελλάδα πριν από 20 χρόνια περίπου, μαζί μ’ ένα καραβάνι ταλαίπωρων Σομαλών και Σύρων, επέζησε από καταιγίδες, θύελλες, πείνα, δίψα. Βιάστηκε 3 φορές. Το χωριό της κάηκε από αντάρτες, οι γονείς της σφαγιάσθηκαν μπρος στα μάτια της, ο αδελφός της χάθηκε, μάλλον τον πήραν για σκλάβο. Την έσωσε ο Θεός και το γεγονός πως πήγαινε σε καθολικό σχολείο κι η μητέρα της ήταν βοηθός γιατρού. Την είχε μάθει πως να βοηθά έναν τραυματία ή άρωστο, τουλάχιστον μέχρι κάποιος γιατρός να έρθει. Όταν οι αντάρτες έκαψαν το χωριό, έσφαξαν τους μεγαλυτέρους και σκλάβωσαν τους νεότερους, εκείνη μαζί με μερικούς άλλους κατάφεραν να ξεφύγουν μέσα στη καρότσα ενός φορτηγού μέσα στην οποία σχεδόν την πέταξε ο πατέρας της, για τη σώσει. Το τελευταίο πράγμα που είδε ήταν να τον αποκεφαλίζουν.

Ήταν 15 χρονών τότε, σήμερα 40. Από εκείνη τη μέρα και για τα επόμενα 5 περίπου χρόνια κατάφερε να παραμείνει ζωντανή χωρίς ακόμα να έχει πιστέψει πως. Καμιά φορά, όταν αμφέβαλε, νότιζε την ανάσα της στο τζάμι, κι έλεγε μέσα της, ζω. Το γεγονός ότι μιλούσε καλά γαλλικά και λίγα αγγλικά, πως είχε περιθάλψει έστω σε βασικό επίπεδο τόσους τραυματίες την προστάτεψε και δεν την έκαναν σκλάβα ή δεν την άνοιξαν στα δύο χωρίς νάρκωση για να της πάρουν τα όργανα, όπως έκαναν σε τόσους άλλους. Αιθιοπία, Ερυθραία, Σουδάν, Αίγυπτος, τα διέσχισε σχεδόν με τα πόδια. Είδε αμέτρητους νεκρούς, αμέτρητους θανάτους, γλίτωσε από σκορπιούς, βούβαλους, λιοντάρια, θύελλες, φίδια, κουνούπια, μα πάνω απ΄όλα από ανθρώπους.

Έφτασε στην Ελλάδα σχεδόν 20 χρονών κι από τους λιγοστούς που ήταν εκείνη τη μέρα στη καρότσα που ξέφυγε από το καιόμενο χωριό της, δεν είχε μείνει κανείς, κανείς που να τον γνωρίζει. Όταν δε σε κρατά δεμένο τίποτα με το παρελθόν, όχι γιατί δε θέλεις αλλά γιατί το παρελθόν κάηκε, ακρωτηριάστηκε, εξαφανίστηκε, μαζί με όλους τους γνωστούς και τους συγγενείς σου, μαζί με όλους τους φίλους και τις παιδικές σου αναμνήσεις, τότε η ζωή σου γίνεται ένα νόμισμα που κρατάς στα χέρια σου, ένα νόμισμα που έχει δυο εκ διαμέτρου αντίθετες όψεις. Ή τα πάντα σε σκλαβώνουν ή τα πάντα σε ελευθερώνουν. Το βράδυ που η νοσοκόμα Σάντρα μπήκε στη λέμβο για να περάσει από τα παράλια της Τουρκίας “απέναντι” χωρίς καν να ξέρει το απέναντι τι είναι, ο Άμπντουλάχ, ένας Σύριος πρόσφυγας της είπε, “αν καταφέρουμε και περάσουμε απέναντι και δεν μας σκοτώσουν ή δεν πνιγούμε, προσπάθησε να τα ξεχάσεις όλα και ζήσε μια άλλη ζωή. Ο Θεός σε φύλαξε για να φτάσεις μέχρι εδώ, αν σε αφήσει περάσεις τίμησε τον με το να ζήσεις το σήμερα”.

Αμπντουλάχ στα αραβικά σημαίνει “άνθρωπος του Θεού”, ο Αμπντουλάχ πνίγηκε, η Nega, όπως έλεγαν τη νοσοκόμα Σάντρα πριν αλλάξει όνομα σώθηκε. Πέρασε 5 χρόνια στο κέντρο υποδοχής μεταναστών, έμαθε τη γλώσσα, από την πρώτη κιόλας εβδομάδα επιλέχθηκε για να βοηθά σα βοηθός νοσηλευτή. Την κράτησαν εκεί μέχρι που η άδεια παραμονής της εγκρίθηκε και της δόθηκε άσυλο. Από το κέντρο δόθηκε συστατική επιστολή για τις ικανότητες και τη προσφορά της και πριν ακόμα φτάσει στην Αθήνα, είχε βρει δουλειά.

Αποφάσισε ν’ αλλάξει το όνομα της και δεν επεδίωξε ποτέ να αποκτήσει σχέσεις με τη κοινότητα των Αιθιόπων ή να ενταχθεί σε αυτή. Δεν ήθελε να θυμάται τίποτα και προσπαθούσε να ξεχάσει τα πάντα. Τη πρώτη φορά που το κατάφερε ήταν εκείνο το πρώτο Σαββατοκύριακο που έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά με τον ηλεκτρικό κι αποφάσισε να μπει σ’ εκείνο το κόκκινο καράβι με το όνομα “Φοίβος”. Δεν είχε βρεθεί ποτέ σε λιμάνι με καράβια που πηγαίνουν κάπου και σου λένε από πριν που. Εκείνο το κόκκινο καράβι την εντυπωσίασε, έγραφε Αίγινα 1.10΄. Θα πήγαινε στην Αίγινα αλλά η νοσοκόμα Σάντρα δεν γνώριζε τι είναι η Αίγινα, όμως της φάνηκε πολύ κοντά, 1 ώρα και 10 λεπτά μόνο και σκέφτηκε πως δεν είχε τίποτα να χάσει. Ενημερώθηκε πως μπορούσε να γυρίσει την ίδια μέρα μα δε γύρισε. Δεν είχε πάρει ρούχα μαζί της μα δεν την ένοιαξε.

Στο κατάστρωμα του Φοίβου, πηγαίνοντας προς την Αίγινα, κάτω από τον φιλόξενο ανοιξιάτικο ήλιο άφησε το δροσερό αεράκι και την αύρα της θάλασσας ν’ αγγίξουν και τον τελευταίο πόρο της ύπαρξης της και να διώξουν από μέσα του όλο το μαρτύριο και τον φόβο που είχε καλά φυτευτεί μέσα της. Εκείνο το Σάββατο, για πρώτη φορά, πλησίασε τη θάλασσα χωρίς να φοβάται.  Είκοσι χρόνια πριν μπήκε σε μια λέμβο, νύχτα, χειμώνας χωρίς να ξέρει που πάει. Από τη λέμβο οι μισοί πνίγηκαν. Πέντε χρόνια αργότερα, μπήκε σ’ ένα σκάφος συνοδεία αστυνομίας για να ταξιδέψει από το κέντρο υποδοχής μεταναστών στον Πειραιά χωρίς να ξέρει εκεί τι θα βρει. Και 12 χρόνια μετά από αυτό το ταξίδι μπήκε στον Φοίβο για να πάει στην Αίγινα, ελεύθερα, τυχαία, χωρίς να τη νοιάζει, χωρίς να φοβάται.

Η νοσοκόμα Σάντρα γνώριζε πόσο λεπτή είναι η κλωστή που κρατά στη ζωή έναν άνθρωπο και πόσο εύκολα σπάει. Το είχε αισθανθεί, δει και βιώσει αμέτρητες φορές γι’ αυτό και προσπάθησε αυτή η κλωστή να μην σπάσει για εκείνη. Της πήρε 12 χρόνια Σαββατοκύριακα να βγει απο το πρόγραμμα που είχε επιβάλλει στον εαυτό της, να πηγαίνει από τη δουλειά στο σπίτι κι από το σπίτι στη δουλειά, μην χαλώντας χρήματα παρά μόνο τα ελάχιστα, μην ανάβοντας φώτα παρά μόνο ένα πορτατίφ, μην μιλώντας ποτέ σε ξένους, μην κοιτάς πουθενά παρά μόνο κάτω.

Εκείνο το Σάββατο που τόλμησε να μπει στον Φοίβο αισθάνθηκε πως αυτή η κλωστή που ζούσε με τον φόβο μην σπάσει, μπορούσε και να δυναμώσει. Μπορεί να υπάρξουν και πράγματα που σε δένουν με τη ζωή, περισσότερο απο τον φόβο της απώλειας της, σκέφτηκε. Όταν οι στιγμές που της άρεσαν έγιναν περισσότερες κι η νοσοκόμα Σάντρα μπορούσε πια να τις ξεχωρίσει καλύτερα, αγόρασε ένα σημειωματάριο και ξεκίνησε να γράφει εκεί μέσα όλα τα πράγματα που της άρεσαν, κάθε τι που έκανε τη ζωή της πιο όμορφη και μερικές φορές πιο νόστιμη.

Το παγωτό μηχανής βλέποντας τις βάρκες να κουνιούνται στο λιμάνι της Αίγινας. Οι φωνές που δεν είναι φωνές πόνου. Ο ήχος από το μπουζούκι. Το ψητό καλαμπόκι το φθινόπωρο.. Η βροχή. Οι ζεστές τυρόπιτες του κυρίου Αρίστου. Τα αστέρια σε καθαρό ουρανό. Η προσευχή χωρίς να σε διακόπτουν. Τα μπαλόνια. Τα μεγάλα μάτια των αλόγων. Η άμμος. Το καθαρό νερό. Η θάλασσα. Ο Φοίβος. Ν’ ακούω τους ανθρώπους να τραγουδούν. Τα ποδήλατα. Το να μη φοβάμαι πριν κοιμηθώ και όταν ξυπνάω. Τα λουλούδια την άνοιξη. Το χιόνι.

Τέτοιες και άλλες στιγμές έγραφε η νοσοκόμα Σάντρα στο μικρό της σημειωματάριο και το διάβαζε ή το ξεφύλλιζε ή το διόρθωνε που και που. Το λεωφορείο ήρθε κι εκείνη επιβιβάστηκε, δεν είχε πολύ κόσμο και έτσι βρήκε να καθίσει. Αποφάσισε να γράψει, το λεωφορείο που έρχεται στην ώρα του. Έβαλε το χέρι της μέσα στη τσάντα και μόνο τότε κατάλαβε πως κατά λάθος είχε μπερδέψει τα σημειωματάρια. Το δικό της ήταν στο δωμάτιο του εν δυνάμει νεκρού και το δικό του στη τσάντα της.

Γιάννης Κακούρης