Σταματίνα.

Σ

Στον Γερολιμένα στη Μάνη, όπως φτάνεις δεξιά υπάρχει ένα ταβερνάκι, όπως ήταν τα ταβερνάκια κάποτε, απλά και προσιτά. Δεν είναι εστιατόριο, δεν είναι γαστροκαφενείο, δεν είναι μοντέρνα ταβέρνα, είναι ένα παλιό, κλασσικό, ελληνικό ταβερνάκι. Το έχει μια οικογένεια με παιδιά τέσσερα, το μεγάλο σπουδάζει, το πολύ μικρό θηλάζει, μείναν τα δύο στη μέση να βοηθούν τη μάνα. Η Σταματίνα, ετών 12 και η Πελασγία ετών 6.

Η Σταματίνα είχε πάρει τη δουλειά της πολύ στα σοβαρά κι έτσι όταν ήρθε για να πάρει παραγγελία ήταν σαν εισαγγελέας, κάτι που έμαθα αργότερα πως είναι και το όνειρο της, να γίνει εισαγγελέας. Λοιπόν;, με ρώτησε, είμαστε έτοιμοι να παραγγείλουμε; ενημερώνοντας με ταυτόχρονα πως η γιαγιά της είχε μόλις φτιάξει σύγκλινο με πορτοκάλι και λουκάνικο. Ε, αφού το έφτιαξε η γιαγιά σου θα πάρω ένα, της απάντησα, αλλά πες μου σε παρακαλώ τι είναι το σύγκλινο, τι έχει μέσα; Εκείνη κοντοστάθηκε και είπε, έχει πορτοκάλια, λουκάνικο και σύγκλινο. Τι είναι το συγκλινο; την ρώτησα ξανά κι εκείνη κοίταξε την αδελφή της, στο πρόσωπο της οποίας είχε αρχίσει να διαγράφεται μια ανησυχία. Η Σταματίνα μου εξήγησε λεπτομερέστατα ότι, το σύγκλινο είναι σύγκλινο και τι θα πει τι είναι το σύγκλινο αφού το σύγκλινο είναι σύγκλινο και δεν έχει τίποτα άλλο μέσα αλλά έχει σύγκλινο, η περιγραφή τελείωσε εκεί, παρήγγειλα. Η Πελασγία ξεφούσκωσε.

Μαζί με το σύγκλινο παρήγγειλα και χόρτα βραστά. Έφυγαν τα αδελφάκια όπως ήρθαν, μαζί και τρισχαριτωμένα για να επιστρέψει μετά απο λίγο με το κεφάλι σκυμμένο μόνο η Σταματίνα. Η Πελασγία είχε μείνει στα δέκα μέτρα και κοιτούσε με αγωνία. Έχω πολύ κακά νέα, είπε η Σταματίνα, δεν έχουμε άλλα χόρτα, τελείωσαν τα χόρτα, δεν έχει χόρτα, πάνε τα χόρτα. Εντάξει μη στεναχωριέσαι, δεν πειράζει, της απάντησα. Εκείνη με κοίταξε με απορία, τι; δεν θέλετε κάτι άλλο; Μπορούμε να σας κάνουμε μελιτζάνες τηγανητές, κολοκυθάκια τηγανητά. Όχι ευχαριστώ, χόρτα ήθελα, απάντησα. Μα τα χόρτα τελειώσανε, γιατί να μην σας κάνουμε μελιτζάνες επέμενε εκείνη, θέλωντας να αυξήσει τη παραγγελία έστω και λίγο. Δεν θέλω κάτι τηγανητό αλλά αν έχετε βραστά λαχανικά θα ήθελα, της είπα.

Η Σταματίνα με κοίταξε με απορία. βραστά λαχανικά; τι είναι αυτό; ρώτησε. Ε να, της λέω, κολοκύθια βραστά, καρότα, κουνουπίδι ή μπρόκολο, τέτοια πράγματα. Τα μάτια της έλαμψαν και χωρίς να κουνήσει τα πόδια της έστριψε τη μέση της και φώναξε στην αδελφή της, Πελασγίαααα πήγαινε να δεις αν έχει περισσέψει τίποτα από το φαγητό του μπέμπη!

Χαμογελάω ακόμα κάθε που σκέφτομαι τα δυο παιδιά και πως κάτσανε στο πόδι της μάνας τους, υπεύθυνα, αγαπημένα και χαρούμενα, που πήγε να φροντίσει τον μπέμπη. Σ΄ένα ακρωτήρι άγριο σαν τον Γερολιμένα, ένα απόγευμα συννεφιασμένο που η θάλασσα φούσκωνε και το φθινοπωρινό αεράκι είχε αρχίσει να γίνεται ψύχρα, κανείς δεν θα μπορούσε να μου προσφέρει τίποτα καλύτερο από μια κουβέντα γεμάτη τόση αθώα παιδικότητα και ανθρωπιά.

 

Γιάννης Κακούρης