Αν υπάρχει ιστορία, αυτή αφορά μόνο το ανθρώπινο γένος. Ποτέ, κανένας γορίλας δεν θα διαβάσει το πως ο Χόμο Σάπιενς από κυνηγός και τροφοσυλλέκτης εξελίχθηκε σε κυνηγημένος και τροφή. Τα καταπληκτικά ντοκιμοντέρ με τις αριστουργηματικές λήψεις δεν θα τα παρακολουθήσει καμία γαρίδα, ούτε κανένας πελεκάνος. Κανένας καρχαρίας δεν θα μάθει για το ολοκαύτωμα. Είμαστε το μόνο είδος που καταγράφουμε αλλά και διηγούμαστε την ιστορία, αυτάρεσκα ίσως. Είμαστε και το μόνο είδος που τη δημιουργούμε, ενίοτε.
Τα μάτια κλείνουν, τα μάτια πάντα κλείνουν. Μέχρι πότε κάποιος διηγείται την ιστορία σου; Ti παίρνεις μαζί σου; Εικόνες, μυρωδιές, αναμνήσεις, φόβους; Τι αφήνεις πίσω σου; Παραδείγματα προς μίμηση ή προς αποφυγή; Έργα τέχνης, νεκρούς, εφευρέσεις, τίποτα; Μισώ το τίποτα. Ένα από τα πολλά που μισώ. Το μίσος με τρέφει και με φθείρει, δεν το απαρνούμαι, δεν μπορώ, δεν προσπάθησα ποτέ.
Σήμερα, μια κοινή Παρασκευή, οδηγούσα για ώρες μέσα στη κίνηση, βαθμοί 40 περίπου. Οδηγούσα χωρίς κλιματιστικό δεν το άναψα επίτηδες και δεν άνοιξα καθόλου το ραδιόφωνο. Σταμάτα, ξεκίνα, σταμάτα, ξεκίνα, έβρασα μα δεν μ΄ένοιαζε μία, δεν ξέρω γιατί. Παρατηρούσα τους ανθρώπους όπως κάνω συνήθως, στα φανάρια, στις στάσεις, στο δρόμο, στα καφέ. Μερικοί μου χαμογέλασαν, μερικοί κοιτούσαν περίεργα, μερικοί έμοιαζαν κουρασμένοι, αδιάφοροι, κοινοί σαν εμένα. Ήταν μια μέρα ψιλοχάλια που όλοι, όπως κι εγώ, έλιωναν. Ήταν μια μέρα χαμένη που εγώ αισθανόμουν πως την κερδισα. Μια μέρα που τίποτα δεν ήταν τέλειο μα εγώ νόμιζα πως όλα ήταν.
Μετά σκεφτόμουν, πως θα’ θελα να ζήσω για πάντα και πως το βράδυ αφού ξεκουραστώ λίγο θα δουλέψω στον πάγκο. Δύο-τρεις λάμπες είναι ημιτελείς, πρέπει να ρίξω ρητίνη, να σκεφτώ πως θα στηρίξω ντουί κι απο που θα περάσω καλώδια. Κατά πάσα βεβαιότητα θα φάω πίτσα και θα πιω ουίσκι. Μετά θα κοιμηθώ και μετά θα ξυπνήσω. Καμία έκπληξη, τίποτα επιτηδευμένο, τίποτα εξιδεικευμένο, όλα κοινά. Πόσο θα ήθελα αυτό να συμβαίνει για πάντα…

