Πρωινό τηγάνισμα.

Π

Κάπου σε road trip. Έχω χάσει τις μέρες, για τις ώρες ούτε λόγος. Ακολουθώ τον ήλιο για σιγουριά. Στο μοτέλ Έρος που έχω στρατοπεδεύσει έχει ελληνική τηλεόραση, την τούτη ώρα παρακολουθώ τη “Θεία από το Σικάγο”. “Αλίμονο Χαρίλαε στους ηθικούς που είναι ηθικοί γιατί δε μπορούν να είναι ανήθικοι και στους τίμιους που είναι τίμιοι γιατί δε μπορούν να είναι άτιμοι”. Γουέλ σεντ κύριε σεναριογράφε, δεν έχω τώρα όρεξη να ψάχνομαι ποιός το’ γραψε το σενάριο αλλά μπραβίσιμους που λέει και η Αζ.

Οι μέρες είναι πολύ γεμάτες, τα χέρια μου το βράδυ που γυρίζω στο μοτέλ είναι κατάμαυρα από τα λάδια κι απο τα σίδερα, από τα τράβα και τα φέρε και τη δουλειά όλης της μέρας που ξεκινάει στις 8 πρωινή και τελειώνει 8 βραδυνή. Ο ύπνος που λαμβάνει χώρα λόγω κούρασης είναι ο πιο γλυκός των ύπνων. Βλέπω λίγο τιβι, το πρωί νωρίς και λίγο το βράδυ πριν κλείσω διακόπτη. Για την ώρα η θεία μόλις πάντρεψε τη 1η από τις ανιψιές. Το πρωί όμως όση ώρα περίμενα τους υπόλοιπους να ετοιμαστούν έπεσα σε κάτι προγράμματα πρωινής ζώνης που μου δημιούργησαν συναισθήματα απόγνωσης. Άλλαζα τα κανάλια ανά κάτι δευτερόλεπτα κι αν εξαιρέσεις το star channel που είχε καρτούν, τα υπόλοιπα προγράμματα ήταν κάτι σαν τεστ κοψοφλεβίασης. Αφοσιώθηκα για κάποια λεπτά της ώρας σε μια live ανταπόκριση από ένα παραλιακό χωριό του Αμβρακικού. Ένας χοντρός και χοντροκομμένος δημοσιογράφος δίπλα σε δυο κυράτσες της περιοχής διαφήμιζαν τα καλά του Αμβρακικού δίπλα στις ψαρόβαρκες. Ένας ψαράς ντυμένος με τη παραδοσιακή νιτσεράδα πρωί πρωί, ντάλα ήλιος, στεκόταν δίπλα στη κυράτσα Α, ως ντεκόρ. Δεν έβγαλε άχνα κι όλο κοιτούσε καχύποπτα.

Η κυράτσα Β εμφανίστηκε μ’ ένα τηγάνι παραθαλάσσιο και έπιασε να τηγανίζει γαρίδες αμβρακικού πρωί πρωί, μη τυχόν και πεινάσουμε. Ο χοντροκομμένος χασκογελουσε σα λατέρνα ξεκούρδιστη που κατάφερε να εξασφαλίσει για το φιλοθεάμον κοινό τέτοιο εξκλούσιβ πρωινό τηγάνισμα. Αφού η κάμερα μας έδειξε ψαράδες να ξεψαρώνουν δίχτυα, γαρίδες να τηγανίζονται, τον ψαρωμένο ψαρά γλάστρα να εξακολουθεί να κοιτάζει καχύποπτα, τον χοντροκομμένο παρουσιαστή  να εξακολουθεί να κοιτάζει ηλίθια και τις κυράτσες να σερβίρουν εμετούς, το αφάν γκατέ της αηδίας ανέβασε επίπεδο κι έβαλε σ’ ένα τηγάνι ένα μεγάλο μπλε καβούρι. Το καβούρι ήταν ακόμα ζωντανό και μέσα στο καυτό λάδι κουνούσε τις δαγκάνες του με σπασμούς, σημάδι του πόσο υπέφερε. Σαν άλλος χαρακτήρας κάποιας ταινία splatter ή δράσης, το μεγάλο μπλε καβούρι ξεψυχούσε σε λάιβ μετάδοση μέσα σ’ ένα τηγάνι με καυτό λάδι, Σάββατο πρωί, δίπλα στις ψαρόβαρκες ενός χωριού του Αμβρακικού. Από πάνω του ο χοντροκομμένος και οι κυράτσες, δίπλα ο γλάστρα, στην άλλη πλευρά της οθόνης εγώ.

Φαντασιώθηκα μια φριτέζα και να τους πετάω μέσα, το ασταμάτητο τρέμουλο του καβουριού που υπέφερε για να με διασκεδάσει μ’ έκανε να σιχαθώ τα πάντα, έκλεισα τη τιβί κι έφυγα για δουλειά. Η μέρα πέρασε, κουράστηκα, τώρα στη τιβί η Βασιλειάδου ψαρεύει γαμπρούς σε μια παραλία καπνίζοντας Pall Mall, ο κάβουρας πέθανε, εγώ πάω για ύπνο.

Γιάννης Κακούρης