Ηλεκτρική κουβέρτα.

Η

Και αυτή η εβδομάδα πέρασε με πολυεθνικές ανθρώπινες σχέσεις σε απάνθρωπα εργοστάσια και άλλα συναφή κατώγια. Γνώρισα τον Μους, ένα Νιγηριανό που κάθε τρεις λέξεις γελούσε λες και του έλεγες ανέκδοτα. Νόμιζα πως έφτασε στην Ελλάδα μετανάστης με τις καραβιές των απελπισμένων και θα παλεύει ποιός ξέρει πως για να σταθεί στη ζωή δουλεύοντας στο εργοστάσιο κι έτσι όπως σπρώχναμε μαζί πλάι πλάι ένα μηχάνημα πιάσαμε τη κουβέντα. Ο Μους μιλάει λίγο αλλά είναι ήδη 14 χρόνια στην Ελλάδα, δεν πρόλαβε να μάθει καλύτερα γιατί δουλεύει 12ώρα, δουλεύει 12ώρα και κάθε τρεις λέξεις γελάει! Κι όταν γελάει γελάνε και τα μάτια του και τ΄αυτιά του και τα κάτασπρα δόντια του σα να γελάνε κι αυτά.

Ένιωσα σεβασμό μεγάλο για τον Μους και συνέχισα να σπρώχνω μαζί του. Παιδιά δεν θα έχει λέω, που να τα βγάλει πέρα… Στην ερώτηση που του έκανα ο Μους σταμάτησε, στάθηκε όρθιος και περήφανα μου έδειξε στο κινητό του μια φωτογραφία οικογενειακή. Η Κυρία Μους στη μέση και τριγύρω της 4 παιδιά από 4 μέχρι 14 ετών, γκλοινκ το μάτι μου σκέφτηκα. Δικά σου και τα 4 ρε Μους; Δικά μου ναι… Η γυναίκα σου δουλεύει; Όχι, απαντάει αυτός. Ο Μους μ’ ένα μισθό και 12 ώρη εργασία 6 ημέρες την εβδομάδα έχει γίνει πατέρας 4 παιδιών που όλα γεννήθηκαν στην Ελλάδα, όλα μιλούν Ελληνικά κι όλα πάνε σχολείο. Και κυρίως, όλα γελάνε όπως κι αυτός κι η σύζυγος του. Κι η οικογένεια που ανέθρεψε τον Αντετοκούνμπο από τη Νιγηρία είναι και πόσοι ακόμα χιλιάδες άνθρωποι με αγώνα διαρκείας και δυσχερών συνθηκών κατάφεραν και καταφέρνουν κάθε μέρα να κερδίζουν μια μικρή μάχη, να βάζουν ένα μικρό λιθαράκι σε μία δεύτερη ευκαιρία που τους δόθηκε να χτίσουν κάτι στέρεο και για τον λόγο αυτό την αξιοποιήσαν στο μέγιστο. Το μίγμα των Ελλήνων του μέλλοντος θα έχει τόσο ενδιαφέρον όσο αυτό του παρελθόντος, έτσι νομίζω. Πολύ αγαπημένη φαινόταν η οικογένεια του Μους και της Μούσενας, ζήλεψα με τη καλή έννοια αλλά πιο πολύ θαύμασα. Την άλλη φορά που θα είμαι στη περιοχή θα του φέρω ρούχα και πράγματα που μπορεί να μου περισσεύουν, αν και ο άνθρωπος δεν ζήτησε τίποτα. Φάνηκε να χαίρεται που μιλήσαμε έτσι σαν κάπως φίλοι.

Το φαγητό όταν δεν το έχεις το εκτιμάς δυο φορές και κρίνοντας από το πόσο κατ’ εκτίμηση πείνασαν οι δικοί μου γονείς, νομίζω πως τους είμαι ευγνώμων που εγώ δεν ένιωσα αυτή την απελπισία. Ο πατέρας πρέπει να πείνασε πολύ όταν ήταν παιδί και τη πείνα αυτή μάλλον δεν την ξέχασε ποτέ, όταν πεινάσεις σαν παιδί μάλλον δεν το ξεχνάς όσο κι αν μεγαλώσεις και μεγαλώνοντας προσπαθείς να κάνεις τα πάντα για να μην ξαναπεινάσεις. Υπήρξαν εποχές που δεν υπήρχε ψωμί για μέρες και ίσως δεν υπήρχε και ελπίδα κι αυτό δεν ξεχνιέται. Αυτό δεν το έζησα και είμαι ευγνώμων, δεν έζησα ούτε με το αίσθημα κι ούτε με το φόβο της πείνας. Μεγαλώσαμε χωρίς να πεινάσουμε και χωρίς να φοβηθούμε, ζήσαμε χωρίς τον φόβο ότι κάποιος ή κάτι θα μας διώξει, ο Μους μ’ έκανε και τα σκέφτηκα λίγο όλα αυτά, θα τα σκεφτώ παραπάνω.

Βέβαια η πείνα μπορεί και να ενώσει, η οικογένεια που μοιράζεται με αγάπη και χαρά το λίγο που έχει, είναι πιο οικογένεια από αυτή που ζει με ανέσεις και αποξένωση. Τη δεκαετία του ‘70 κυκλοφόρησε ένα τραγούδι που έλεγε, πριν 30 χρόνια τέτοια εποχή τρώγαμε μπομπότα είχε κατοχή. Κι εσύ Δημητράκη δε τρως το φαΐ σου, κι εσύ Δημητράκη το βλέπεις και κλαις. Η πλασματική και δανειστική αφθονία που διήρκησε από το 1980 έως τις αρχές του 2000 μας έκανε να ξεχάσουμε σε ποιά γειτονιά ζούμε και ποιά είναι η ιστορία της. Η οικονομική κρίση και η μίξη, και οι δύο βίαιες, με ανθρώπους που σε τίποτα άλλο δεν ήλπιζαν παρά μόνο σε λίγη ζέστη και φαγητό νομίζω πως μας ξύπνησε μετά από μια μακρά περίοδο λήθαργου στον οποίο τυλιχτήκαμε σφιχτά με μια ηλεκτρική κουβέρτα την οποία είχαμε αγοράσει με δόσεις. Τα χώματα αυτά έχουν βαφτεί με πείνα και αίμα όχι με Crystal & Mc Donalds και νομίζω πως τίποτα δε θα μπορούσε να είναι πιο χρήσιμο από το να θυμηθούμε λίγη από την ιστορία μας, ειδικά αυτή των τελευταίων 200 χρόνων. Αισθάνομαι ντροπή που ξέρω τόσα λίγα και πλέον όταν οδηγώ δεν ακούω πια μουσική αλλά ακούω για τη σύγχρονη ή τη παλαιότερη ιστορία μας, τους προγόνους, τους ήρωες, τις προδοσίες.

Συναντώντας ανθρώπους σαν τον Μους και τον Μαμούν, ρίχνεις τα κυβικά σου, χαμηλώνεις τη μύτη σου, διευρύνεις τη σκέψη σου κι ελπίζω να αυξάνεις το ανάστημα σου. Προτιμώ να κρυώσω και να πεινάσω από το να ξεχάσω. Δεν είναι ξεκάθαρο μέσα μου αν η στιγμή που παύεις να έχεις το παραμικρό ενδιαφέρον για το πως σε βλέπουν οι άλλοι, σαν εμφάνιση, παρουσία, χαρακτήρα και συμπεριφορά, είναι η στιγμή που έχεις το μικρότερο ή το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για σένα.

Γιάννης Κακούρης