Δεύτερη ευκαιρία.

Δ

Εχθές το βράδυ η Νικόλ Κίντμαν είχε κλεισμένο τον Τζορτζ Κλούνεϊ σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο εξωγήινα τέρατα. Καθε 2-3 μέρες άνοιγε τη πόρτα να δει πως είναι το πειραματόζωο Τζορτζ. Η φάτσα του ήταν πραγματικά φοβισμένη τις πρώτες φορές, μετά πιο ήρεμη, τα τέρατα τον ακολουθούσαν παντού και τον τρομοκρατούσαν συνεχώς. Η Νικόλ Κίντμαν έλεγχε την πρόοδο και σ’ ένα σημειωματάριο ριγέ κρατούσε σημειώσεις. Μέχρι να ξυπνήσω υπήρξε μια πρόοδος αισθητή στην ανοχή του Τζορτζ στα εξωγήινα τέρατα. Η αναγκαστική συναναστροφή με το απαίσιο σε κάνει ανθεκτικό σε αυτό, τούτο κατάλαβα από τη ζωή κι από το όνειρο.

Βρέχει και μπουμπουνίζει, η Φρίντα ποιός ξέρει που κρύβεται πάλι. Όλη η εβδομάδα πέρασε με δουλειές που από καιρό έπρεπε να κάνω αλλά για καιρό δεν έκανα. Ένας κόσμος στον οποίο δε πρέπει να κάνεις καμία απολύτως δουλειά μοιάζει σαν Παράδεισος ώρες ώρες αλλά νομίζω πως κατά βάθος θα ήτο κόλαση. Προχθές αναρωτιόμουν τι θα γίνουν τα πράγματα μου όταν περάσω απέναντι, όλα αυτά που έχω φτιάξει, όλα αυτά που φυλάω, τα εργαλεία μου, τι θα γίνουν όλα αυτά; Αυτές είναι σκέψεις που ενδεχομένως ένας ζωντανός δε πρέπει να κάνει, αλλά μου την σπάει να σκέφτομαι πως με το χτύπημα της καμπάνας, τα όλα όσα με αφορούν θα μείνουν μετέωρα στο χρόνο ή θα μοιραστουν από εδώ κι από εκεί. Σκέφτομαι να ετοιμάσω μια διαθήκη για εργαλεία, αντικείμενα και κολάζ που δε θέλω να καταλήξουν όπου να’ναι. Και μετά ξανασκέφτομαι, έχει καμία σημασία; Καμία απολύτως. Πάντως για παν ενδεχόμενο θα γράψω ένα γράμμα σαν αποδεικτικό στοιχείο και θα αφήσω τα εργαλεία στον Θόδωρο, το αλκοόλ στον Φρεντ Πλύμουθ και τα όλα τα του πάγκου στη Φίλη Κουμπί που κατά πως βλέπω έχει μια κάψα με τον καμβά. Άτιμο πράμα ο άδειος καμβάς, σ’αφήνει να κάνεις το κενό ότι γουστάρεις,. Αν μη τι άλλο αν δεν έχεις που να φαντασιωθείς, ο καμβάς σου ορίζει ένα πολύ συγκεκριμένο χώρο.

Τρίβοντας μία παλιά πόρτα που ήταν βαμένη με σκούρο καφέ βερνίκι, παρατηρούσα το χρώμα και τα νερά του ξύλου, τους ρόζους κι όλα τα σημάδια των 50 μίνους/μάνους τελευταίων χρόνων που ερχόντουσαν στην επιφάνεια καθώς το σκούρο βερνίκι έφευγε. Σκεφτόμουν πως αυτή πόρτα ξαναζεί με τη δουλειά που εγώ κάνω, αναπνέει, η παρουσία της στο χώρο παύει να είναι μια παλιά καφέ βαριά αδιάφορη ξύλινη πόρτα μ’ ένα χερούλι παλιό που κρέμεται κάπως άτσαλα. Το βερνίκι έφευγε πολύ δύσκολα και αρκετές στιγμές σκέφτηκα να την παρατήσω ή να μην επιμένω τουλάχιστον τόσο όσο επέμενα, να κάνω ένα επιφανειακό τρίψιμο και μετά ένα βερνίκι και πάλι μια χαρά θα ήταν. Όμως όσο επέμενα να τρίβω τόσο το ξύλο έβγαζε στην επιφάνεια λεπτομέρειες που ήταν σα χάρτης ή σα ποίημα. Αισθάνθηκα το ξύλο σα να έχει ζωντανέψει κι από εκεί που ήταν νεκρό και άκαμπτο, αισθάνθηκα σα να σπαρταράει στα χέρια μου. Πέρασα σχεδόν 2 μέρες να τρίβω και να βερνικώνω και γέμισα τα πάντα όλα με τόση σκόνη, ασχέτως αν καθάριζα συνεχώς, που για να πάψω να κάνω τον αδελφό της Αν να κλαίει που του σκόνισα το ποδήλατο, αναγκάστηκα να τον κεράσω πίτσα. δηλαδή φαντάσου.

Τα περισσότερα πράγματα που φτιάχνω είναι φτιαγμένα από κάτι που πριν το πιάσω στα χέρια μου, ήταν κάτι άλλο. Παλιές εφημερίδες και περιοδικά, πολύτιμα για μένα χαρτιά περιτυλίγματος, στρατιωτάκια με κομμένα μέλη και βασανισμένες φάτσες, ακέφαλοι καβαλάρηδες, μισά playmobil και πόσα άλλα αποκτούν μια άλλη ζωή, γίνονται κάτι άλλο από αυτό που αρχικά ήταν, αποκτούν αξία εκεί που είχαν ξοφλήσει.  Όλα αυτά τα πράγματα τα έχω εντάξει σε μια κατηγορία προϊόντων που τα ονομάζω “δεύτερη ευκαιρία” και είναι όλα πολύ αγαπημένα μου γιατί τα έχω μαζέψει από τα σκουπίδια και από τα παζάρια κι από τα αζήτητα. Όπως εγώ είδα σε αυτά μια ευκαιρία ίσως κι εκείνα να είδαν σε μένα μία, κι αυτή σχέση έχει ένα βάρος που με κάνει να σκέφτομαι, τι θα γίνεις εσύ όταν εγώ δεν είμαι εδώ; αφού εσύ δεν υπήρχες πριν εμένα, πως θα σε αφήσω έτσι; δε πρέπει να σου βρω κάποιο σπίτι να πας; Τεσπά, με εκείνα και με τ’ άλλα την έκανα τη πόρτα τζετ. Έφαγε κι ο φλώρος καμιά 10αριά πίτσες να ησυχάσει, έβαλα κι εγώ καινούργια πόμολα, γυάλισα τις βίδες, λουστράρισα, καθάρισα και ξανακρέμασα τη πόρτα στη θέση της, μόνο που πια το σκοτεινό εκείνο σημείο, είχε γίνει φωτεινό γιατί είχε αλλάξει το χρώμα της. Οι ρόζοι και τα νερά κι οι αμυχές είχαν δέσει κι αναδειχθεί τόσο όμορφα που μόνο σα δεύτερη ευκαιρία, σα δεύτερη ζωή μπορώ κι εγώ αλλά νομίζω κι η πόρτα να το εκλάβουμε.

Λατρεύω τις δεύτερες ευκαιρίες, δεν έχουν όλοι πρόσβαση σε μία. Καθώς έτριβα τη πόρτα με υπομονή γαϊδάρου, τη στιγμή που η κοίλη μου πάλι έχει ανοίξει και το αριστερό ισχίο κάθε βράδυ φωνάζει. σκεφτόμουν την Αν, τη μικρή κι εμένα. Οικογένεια τριών ονομάτων και τριών χαρακτήρων που κανείς χωρίς τον άλλο δε θα είχε τη δική του δεύτερη ευκαιρία. Οι δυο μεγάλοι που για τον α ή β λόγο έκαψαν τον πρώτο χαρτί που τους δόθηκε κι έδωσε ο ένας στον άλλο καινούργιο και η μια μικρή που χωρίς εμένα θα είχε πέσει στο λυκόφως της βλακείας κι ανικανότητας των γύρω της, γιατί η ζωή της τα’ φερε έτσι. Τρίβοντας τη πόρτα και φέρνοντας στο φως λεπτομέρειες που ποτέ δεν θα έβλεπα αν δεν έκανα τη δουλειά, αυτές ήταν οι σκέψεις που έκανα.

Γιάννης Κακούρης