Ηχώ.

Η

Η πωλήτρια στο βενζινάδικο με ρώτησε αν θέλω κάτι άλλο, εγώ παρατηρώντας το σκασμένο από το κρύο δέρμα στα χέρια της, είπα όχι ευχαριστώ. Μετά παρατήρησα πως είχε τα νύχια της φτιαγμένα πράμα πολύ αταίριαστο με τέτοιο δέρμα, δε μπορούσε να βάλει λίγη κρέμα χεριών, αναρωτήθηκα. Τα ρέστα σας είπε, ευχαριστώ, είπα. Μέχρι να ετοιμάσει τον καφέ παρατήρησα πως το στήθος ήταν πολύ flat και τα χείλια της σφιγμένα, συνοφρυωμένα θα έλεγα. Νυμφοφανής φαίνεται, σκέφτηκα. Εκείνη ρώτησε, γάλα θέλετε; Όχι ευχαριστώ, είπα κι έφυγα.

Ο ουρανός  είχε χρώμα μωβ λιλά και το σούρουπο ήταν πιο γλυκό κι από σιρόπι για λουκουμάδες. Οι λουκουμάδες δε μου άρεσαν πολύ και ποτέ μα ποτέ δε μου άρεσαν οι λουκουμάδες με σοκολάτα. Μόνο μέλι και κανέλα, τίποτα άλλο. Καθώς οδηγούσα για την αποθήκη όπου θα διανυκτέρευα, αναρωτήθηκα τι άραγε είναι πιο σκληρό, να πεις σε κάποιον δεν σ’αγαπώ πια ή να πεις σ’ αγαπώ και να μην είναι αλήθεια; Γιατί κάνω τέτοιες σκέψεις ενώ έχω μαζί μου burger, pringles, coca cola; Πότε θα σταματήσουνε όλα αυτά; αναρωτήθηκα. Ποτέ, απάντησα.

Τα περισσότερα δέντρα έχουν ρίξει τα φύλλα τους και τα γυμνά κλαδιά τους έγραφαν στο φως του ορίζοντα σαν φλέβες, θα ζωντανέψουν σύντομα μα αυτό το απόγευμα έδειχναν τελείως νεκρά. Έχω φτιάξει ένα πλακάκι με τον Σαλιέρι από τη ταινία Αμαντέους. Έχει τον λαιμό του κομμένο και κοιτάζει μ’ ένα ύφος που δε μπορώ να καταλάβω είναι απόγνωση ή απάθεια. Πολύ το γουστάρω αυτό το πλακάκι, ο κομμένος λαιμός του Σαλιέρι είναι ότι πρέπει για διακόσμηση.

Αναρωτιέμαι αν θα κρεμάσω αυτό το αιματοβαμμένο πλακάκι σ’ ένα σημείο που θα το βλέπω μόνο εγώ ή θα το βλέπουν όλοι. Όλοι, απάντησα. Δε νομίζω πως έχω μεγαλύτερο ελάττωμα από το να αφήνω συνεχώς πράγματα στη μέση, από το να ξεκινάω κάτι χωρίς να έχω τελειώσει το προηγούμενο, απο το να βαριέμαι και να σκέφτομαι συνεχώς το αύριο πριν ακόμα τελειώσει το σήμερα, έχεις απάντησα.

Προχθές είδα μια κυρία που ο θάνατος την επισκέφθηκε, της είπε πως ίσως σύντομα θα έρθει να τη πάρει, τη βρήκαν άρρωστη. Φοβάται τώρα, μίκρυνε. Μην φοβάσαι, της είπα, δεν είσαι μόνη σου, θα το παλέψουμε και θα φύγει το κακό και το καλοκαίρι θα πας όπως ήθελες διακοπές σ’ ένα νησί να είσαι όλη μέρα στη θάλασσα. Η αλλαγή στα μάτια και στο κοίταγμα ενός απελπισμένου, ενός που νιώθει πως πνίγεται αλλά ξαφνικά από κάπου πιάνεται και ελπίζει, είναι σαν ξαφνικός έρωτας με μια γκόμενα που χρόνια σνόμπαρες και τώρα χάνεις. Καταλαβαίνεις επιτέλους ότι αυτήν ήθελες, μα αυτή πια δε σε θέλει.

Πρέπει να λέω ευχαριστώ κάθε μέρα, σκέφτηκα. Να λες, είπα.

Γιάννης Κακούρης