Το παιδί του άλλου.

Τ

Πέρασα κάποιες ώρες το απόγευμα βλέποντας ειδήσεις από διεθνή ειδησεογραφικά δίκτυα μια και ελληνική τιβί δε πιάνω εδώ που είμαι. Νταξ μου’ χει λείψει τα μάλα το τηλεοπτικό μας τσίρκο αλλά κατά βάση νομίζω πως διάγω βίο καλύτερο χωρίς αυτό. Αναλύσεις επί αναλύσεων, προειδοποιήσεις για graphic images, αναμεταδόσεις με κράνη δίπλα σε κατεστραμμένα κτίρια, δίπλα σε καμένα κορμιά, αγκαλιά με τη φρίκη. Οι ίδιες ερωτήσεις, οι ίδιες προβλέψεις, οι ίδιες απαντήσεις. Στην εποχή του deep fake και των fake news, στην εποχή του live streaming, ακόμα κι αν αυτό είναι μέσα από μια καρδιά που καίγεται, ο συναγωνισμός των ΜΜΕ για το ποιός έχει συλλάβει τη πιο φρικτή σκηνή, μοιάζει αηδιαστικός, σαν τον πόλεμο.

Διάλεξα ν’ ασχοληθώ με τη μικρή και το δωμάτιο της, το οποίο είναι περίπου σαν τα προάστια του Κιέβου. Της πρότεινα να αλλάξουμε το γραφείο, γραφείο που έφτιαξα κάποτε με τα χέρια μου, “θέλω κι ένα μικρό καναπέ” λέει, μάστα λέω. “Λοιπόν άκου, πριν μιλήσουμε για οτιδήποτε καινούργιο, θα πρέπει να δώσουμε πόδι στο παλιό. Πάμε να πάρουμε κούτες και να βάλουμε μέσα ότι δε χρειάζεσαι, ότι δε χρησιμοποιείς, ν’ ανοίξει λίγο ο χώρος”. Συμφώνησε με χαρά.

Μ’ εκείνα και με τ’ άλλα ψάξαμε και βρήκαμε ένα γραφειάκι πιο μαντζόβολο για το δωμάτιο της, βρήκαμε και στο ικέα ένα καναπεδάκι μια σταλιά και είπαμε από αύριο το πρωί να ξεκινήσουμε να βάζουμε στις κούτες ότι είναι σε αχρηστία. Προσπαθώ εδώ και καιρό, γνωρίζοντας το ιστορικό του παιδιού και την δυσκολία σλας επικινδυνότητα της εφηβείας, ν’ αναπληρώσω στο βαθμό που μπορώ, και που θέλω, τους πρόωρα χαμένους πατέρα και παππού της, και να εδραιώσω στην πραγματικότητα της, τη δική μας ξεχωριστή σχέση, σχέση στην οποία μπορεί να βασίζεται. Το παιδί δε μιλάει πολύ, δεν εκφράζεται εύκολα, και η εν γένει συμπεριφορά της με βάση την πραγματικότητα, όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι, είναι σχεδόν άριστη. Αν λάβουμε δε υπόψη μας ότι μιλάμε για μία έφηβη κι όχι για ένα ρομπότ, θα έλεγα άριστη χωρίς σχεδόν, τεσπά.

Ο μόνος τρόπος εκπαίδευσης που γνωρίζω και αποδέχομαι είναι δια του παραδείγματος. Μισώ τη θεωρία. Έτσι λοιπόν με κάθε ευκαιρία, και με υπό κάθε καθεστώς, προσπαθώ να της δείξω, δια του παραδείγματος, πως είναι να νοιάζεσαι για κάποιον. Νομίζω καταλαβαίνει. Σήμερα της είπα, “λοιπόν είσαι πολύ τυχερή εσύ”, με κοίταξε με απορία, “ενώ όλα τα παιδιά έχουν έναν πατέρα εσύ έχεις δύο. Έναν που σε προσέχει απο ψηλά κι έναν που σε προσέχει εδώ, στη γη”. Χαμογέλασε. “Ο πατέρας που είναι ψηλά να ξέρεις τα βλέπει όλα και τα ξέρει όλα. Και να ξέρεις, δεν βλέπει μόνο τι κάνεις εσύ, βλέπει τι κάνω κι εγώ”.

Είναι αγχωμένο το παιδάκι αυτό, είναι λίγο ταλαιπωρημένο με τους θανάτους και με την κα. Μπι και της Αν την αδυναμία να την κουλαντρίσει. Πριν 2-3 χρόνια δεν κοιμόταν μόνο του, δε μπορούσε να κυκλοφορήσει, και δεν ήξερε αλλά και φοβόταν. Τώρα έχει φτιάξει ένα μικρό δικό της κόσμο, κυκλοφορεί παντού, έχει την παρέα της, διεκδικεί την ελευθερία της κι αν μας ταιριάξουν τα μέτρα όπου να’ ναι θα έχει κι ένα μικρό καναπεδάκι στο δωμάτιο της.

Γνωρίζοντας τους γουρουνίσιους τρόπους μου, το μη σωστό πολλές φορές ζύγισμα των πραγμάτων αλλά και την αφέλεια μου, ελπίζω να μπορέσω να είμαι στη ζωή του παιδιού αυτού μια βοήθεια κι όχι μια καταστροφή. Δε ξέρω πως είναι να έχεις δικό σου παιδί, ξέρω όμως πως είναι να΄χεις το παιδί του άλλου. Μερικές φορές είναι δυο φορές παιδί σου και μερικές καμία, αυτή είναι η διαφορά. Όπως προσπαθεί κι εκείνη έτσι προσπαθώ κι εγώ, νομίζω κάτι καταφέρνουμε. Η σχέση μου με την Αν δε μπορεί να καλύψει τη σχέση μου με το παιδί, πρέπει να έχω μια δική μου σχέση, τις δικές μου στιγμές όπως σήμερα, να αισθανθεί την παρουσία και την ουσία μου στο μέγιστο που μπορώ.

Επιστρέψαμε αργά το απόγευμα και κάπου άραξε μες το σπίτι. Εγώ έπιασα να γράφω, πιάνοντας μια μυρωδιά αραιά και που, σαν κάτι να ψήνεται. Δεν είχα όμως βάλει κάτι στο φούρνο κι έτσι συνέχισα να γράφω. Κάποια στιγμή ήρθε το παιδί μ’ ένα ταψάκι που είχε μέσα 4 μικρές βάφλες σε σχήμα καρδούλας που τις είχε ψήσει κι είχε βάλει από πάνω νουτέλα, 2 για εκείνη και 2 για μένα. Περίεργο πράγμα τα παιδιά, κάποτε ήξερα έναν τύπο που πριν γίνει πατέρας μου είχε πει πως με τίποτα δεν ήθελε να κάνει παιδί κι όταν έκανε μου είπε, “θα μπορούσα να είμαι πατέρας όλων των παιδιών του κόσμου”.

Γιάννης Κακούρης