Νυχτερινή εκπομπή.

Ν

Καταστάλαξα στο συμπέρασμα πως διακοπές σημαίνει τα εξής τρία:

1ον, δεν οδηγώ.
2ον, έχω σε απόσταση αναπνοής παραλία, ταβέρνες, μάρκετ.
3ον, δεν έχω τηλέφωνο.

Η περίοδος των διακοπών όμως τελείωσε κι ως είθισται ξεκίνησε η περίοδος των εκπτώσεων. Εκπτώσεις σε ότι θέλουμε, σε ότι ονειρευόμαστε, σε ότι γινόμαστε. Εκπτώσεις ονείρων, προσφορές συμβιβασμών. Ο φόβος του να χάσεις ότι έχεις σε οδηγεί να μην διεκδικείς ότι θέλεις, να μην το κυνηγάς, να μην το σκέφτεσαι και εν τέλει να το αμφισβητείς και να το ξεχνάς.

Πρέπει να έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια από εκείνο το βράδυ που μου είπες “δεν μπορείς να τα έχεις όλα” και εγώ συμφώνησα. Προχθές καθώς περπατούσα κάπου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης μασουλώντας ένα τραγανό κουλούρι, αναρωτηθηκα “κι αν μπορείς να τα έχεις όλα;”. Όλα, όλα. Όχι κάποια όλα, όλα όσα ονειρεύτηκες. Τον τόπο διαμονής σου, τον τρόπο διαβίωσης, τις ασχολίες ανα τη περίοδο. Άλλα να κάνεις το καλοκαίρι κι άλλα να κάνεις το χειμώνα. Αλλού κι αλλιώς να είσαι όταν κάνει κρύο κι αλλού όταν κάνει ζέστη. Η φαντασίωση κράτησε όλη τη μέρα και κρατάει ακόμα. Λαμβάνοντας υπόψη τη ψυχοσύνθεση μου, τη πραγματικότητα της ζωής και τις δυνατότητες μου, έχω κάθε δικαίωμα να νομίζω πως μπορώ να το πετύχω. Θέλω να τα έχω όλα, όλα όσα σκέφτομαι και κυρίως όλα όσα μπορώ. Το να περιορίζεσαι επειδή σε περιορίζουν, το να μειώνεσαι επειδή σε μειώνουν, είναι σίγουρα κάτι που μπορεί να σου συμβεί αλλά είναι επίσης κάτι που μπορείς να αποβάλεις.

Η ολοκλήρωση δε μπορεί να έρθει στην αρχή της ζωής, είναι αδύνατο, πρέπει να έχεις λάθη να διορθώσεις αν θες να ολοκληρωθείς, κάπως έτσι άλλωστε το λάθος του χθες γίνεται εργαλείο για το αύριο. Αναρωτήθηκα επίσης αν τυχόν υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν όνειρο ή όνειρα και πως άραγε να είναι αυτοί, πως περνούν. Ο πατέρας, μού έλεγε πάντα μια ιστορία για κάποιον που ήθελε να πάει στο Παρίσι αλλά δε μπορούσε κι όλη του τη ζωή ονειρευόταν ότι κάποτε θα πάει στο Παρίσι κι έτσι ζούσε. Όταν επιτέλους κατάφερε να μπορεί να πραγματοποιήσει το ταξίδι, ετοίμασε περιχαρής τις βαλίτσες του και κατευθύνθηκε προς το σταθμό, περιμένοντας το τρένο που θα τον πήγαινε επιτέλους στο όνειρο του. Το τρένο ήρθε κι όμως αυτός στάθηκε στη προβλήτα με τη βαλίτσα στο χέρι και ποτέ δε μπήκε μέσα. Όταν τον ρώτησαν γιατί, είπε πως, “ένα όνειρο έχω, αν το ζήσω τι όνειρο θα έχω μετά;”. Και πήγε πίσω στο διαμέρισμά του και συνέχισε να ονειρεύεται το Παρίσι. Αυτή την ιστορία ο πατέρας παίζει να την είχε πει και 1.000 φορές και μετά γελούσε που εντυπωσίασε τον συνομιλητή του. Ποτέ δε μου άρεσε αυτή η ιστορία και έβρισκα πάντα αυτόν τον χαρακτήρα που ο πατέρας περιέγραφε δειλό και λίγο. Τα όνειρα είναι για να τα ζεις, για να τα κυνηγάς, όχι μόνο για να τα ονειρεύεσαι. Δεν θέλω να ζήσω με το όνειρο, θέλω να ζήσω το όνειρο κι αυτό έχει μια κάποια διαφορά.

Εχθές μου έκατσε μια φάση τύπου “στης Κηφισίας το φανάρι κάνω αριστερά”. Η γκο μπροστά μου οδηγούσε ένα μπάνικο Peugeot κι από το ανοιχτό παράθυρο έβλεπα το χέρι της να παίζει με τον άνεμο. Στολισμένο με 1-2 βραχιόλια καλοκαιρινά, 1 δαχτυλίδι, ωραίο μανικιούρ. Έκανε σινιάλα και παιχνίδια κι απο το καθρέφτη παίζαν τα μάτια της. Κατηγορία 40 και πάνω, εύθυμη και σπινθιροβόλα, αλέγκρα θα έλεγα. Μ’ έκανε να σκεφτώ πόσο πιο ακομπλεξάριστος γίνομαι καθώς μεγαλώνω, συμφιλιώνομαι με τον εαυτό μου και με τους γύρω μου κι όλα ρολάρουν πιο γλυκά. Πόσα πράγματα έχεις να πεις, όταν δε σε νοιάζει τι εντύπωση θ’ αφήσεις… Πόσο πιο μεθυστικό είναι το κρασί τότε… Πόσο πιο γλυκιά είναι η ζωή όταν ο φόβος την αφήσει ελεύθερη. Η συζήτηση μεταξύ δυο τελειωμένων, δυο ανθρώπων που έχουν πάψει να θέλουν να έχουν ελπίδες έχει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον από ότι η συζήτηση μεταξύ δυό φρέσκων που ελπίζουν τα πάντα.

Φυσάει ένα ωραίο αεράκι δροσερό, φθινοπωρινό. Σκέφτομαι το αύριο. Έχω όνειρο κι αυτό είναι κάτι που κάνει το κάθε τι δυσάρεστο, πιο λίγο. Αν θα το ζήσω κανείς δε ξέρει, ξέρω όμως πως το κυνηγώ. Το έχω δει, το έχω νιώσει και όσο ο καιρός περνά τόσο η απόσταση μικραίνει κι ο δρόμος γίνεται πιο εύκολος.

Γιάννης Κακούρης