Κάπου στον ουρανό.

Κ

Κάπου στον ουρανό. Έπιασα πρωινή πτήση για Βιέννη κι από εκεί για Μιλάνο. Θα νοικιάσω αυτοκίνητο και θα κινηθώ ανάμεσα σε Μιλάνο, Βερόνα και Περούντζια. Δεν έχω ξαναπάει στην Περούντζια. Δεν έχω ακόμα κανονίσει που θα κοιμηθώ, θα το λύσω στην πορεία φαντάζομαι. Το αεροπλάνο είναι με δυο θέσεις αριστερά και δεξιά του διαδρόμου και μοιάζει σαν πριβέ. Η άδεια θέση δίπλα μου το κάνει πιο πριβέ, φάση Ρέιμοντ Ρέντιγκτον τρόπων τινά. Παρά ταύτα οφείλω να ομολογήσω πως ο κάπτεν κάποιο καρόδρομο έχει πάρει και η πτήση είναι σαν κάνεις ταψί στο Ροντέο. Νταξ όποιος θυμάται το Ροντέο πρέπει να είναι 200 χρονών σαν εμένα. Σκεφτόμουν τους νεκρούς εχθές, δεν έχω πολλούς νεκρούς δικούς μου.

Ο θείος Τάσος, η γιαγιά η μία κι η άλλη, ο παππούς ο ένας, τον άλλο δεν τον γνώρισα αν και εκείνος με είδε κάποτε, ίσως μια φορά μόνο. Οι νεκροί μου στο μέλλον θ’ αυξηθούν και θα συνεχίσουν ν’ αυξάνονται μέχρι μια μέρα να πάψουν πια να υφίστανται. Εκείνη τη μέρα θα πάψω πια να σκέφτομαι τους νεκρούς μου και θα αρχίσω να σκέφτομαι τους ζωντανούς μου γιατί κι εγώ πια νεκρός θα είμαι. Ο πιλότος μάλλον βγήκε από τον καρόδρομο και έπιασε λεωφόρο κι έτσι οι αναταραχές έκοψαν κι αυτές. Πετάω με Austrian Airlines κι όλες οι συνοδοί είναι ντυμένες με κάτι ωραία κοστουμάκια κατακόκκινα και κόκκινα καπελίνια κι εγώ φαντασιώνομαι πως δεν πετάω με Austrian αλλά με Santa Clauss Airlines.

Μετά τους νεκρούς σκεφτόμουν πως θα κάνουμε καιρό να διαβάσουμε αγγελία τύπου «Ξανθιά, δίμετρη, με κορμί κόλαση, φλογερά χείλι και γαλάζια μάτια, Ρωσίδα, έρχεται στο χώρο σου». Να δεις που τα γραφεία θα βαφτίσουν όλες τις άγιες πουτάνες Ουκρανές, εξόν κι αν είναι καμιά μαύρη ή κατάμαυρη. Μια φορά ήμουν με μία από αυτό το άγιο τάγμα κι η κοπέλα όταν έφτασε ήταν ντεκλαρέ και εγώ δεν είχα και πολύ όρεξη εδώ που τα λέμε, ούτε ξέρω γιατί τη φώναξα, δε θυμάμαι. Αυτό που θυμάμαι όμως είναι πως κάπως έγειρε και ξάπλωσε και της χάιδεψα λίγο τα μαλλιά και την πήρε ο ύπνος την κοπέλα κι εγώ δεν την ενόχλησα και την άφησα να κοιμηθεί ως το πρωί. Το πρωί όμως που ξύπνησε αισθάνθηκε πολύ άσχημα που δεν έγινε τίποτα και ήθελε ντε και καλά να με ικανοποιήσει κάπως. Εγώ δεν είχα διάθεση και της είπα να μην ανησυχεί και πως δε τρέχει τίποτα και πως δεν θα έχει κάποιο πρόβλημα ούτε και κανείς θα μάθει ποτέ πως απλά κοιμήθηκε και τα χρήματα της θα τα πάρει κανονικά. Σε παρακαλώ επέμενε, έστω μια πίπα, χαχα. Αυτό είχε πολύ πλάκα, νταξ δεν θέλω κάτι της είπα, ησύχασε. Κάναμε και πρωινό και μιλήσαμε λίγο και μετά έφυγε.

Στη κάλπικη λίρα η Σπεράντζα Βρανά είπε πως θα κάνω πολλά λεφτά κι ο Φωτόπουλος που είχε πάει να κοιμηθεί μαζί της εκείνο το βράδυ δίνοντας την κάλπικη λίρα την ρώτησε, και τι θα κάνεις άμα έχεις πολλά λεφτά κι εκείνη του απάντησε, θα κοιμάμαι μόνη μου. Αν υπήρχε όσκαρ ατάκας, εδώ θα το’ δινα.  Όταν είδα ξανά την κάλπικη λίρα αυτή τη κοπέλα έφερα στο μυαλό μου και την ξανάφερα και σήμερα, δεν ξέρω γιατί.

Ο αγοραίος έρωτας, μην είμαστε σκληροί, έχει κι αυτός την θέση του στην κοινωνια, απ’ τον καιρό που φτιάχτηκε η κοινωνία. Πόσοι ανέραστοι, πόσοι καμπούρηδες, πόσοι απόκληροι, δεν ζήτησαν τον έρωτα στην πληρωμένη ψευδαίσθηση της πληρωμένης σάρκας χωρίς ψυχή διψασμένοι για λίγες στιγμές ανθρώπινης τρυφερότητας. Πόσοι ανίκανοι ν’ αγαπηθούν δεν αγόρασαν αυτήν την ψεύτικη ζεστασιά σ’ αυτό το ύποπτο ντεκόρ που είναι ίδιο κι απαράλλαχτο σε όλες τις γωνιές της γης, σ’ όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη. Ένα φθηνό δωμάτιο, ένα διπλό κρεβάτι, ένα κακόγουστο αμπαζούρ συνήθως κόκκινο και λίγη φαντασία. Στο κάτω κάτω, όλα είναι υπόθεση φαντασίας Λυχνίας σβεσθείσης, είπε ο Διογένης, πάσα γυνή ομοία, όσο για την πληρωμή το ζήτημα δεν έχει και τόση σημασία. Ο άντρας πάντα πληρώνει και στον μη αγοραίο έρωτα, τον φούρναρη, τον χασάπη, τον κοσμηματοπώλη, την ηλεκτρική εταιρεία, το νοίκι. Οι κοκότες είναι κατά τούτο ειλικρινέστερες και οικονομικότερες, διότι ζητούν ένα συγκεκριμένο ποσόν. Κάλπικη λίρα, 1955.

Για αυτήν αλλά και για άλλες σκηνές αλλά και για το όλο, η κάλπικη λίρα είναι πολύ χάι στα καθίσματα που έχω στο κούφιο κεφάλι μου. Αναρωτιέμαι αν το αντίθετο του αγοραίου έρωτα είναι το αγοραίο μίσος και ποια μορφή θα έχει αυτό. Μάλλον την μορφή ξυλοδαρμού φαντάζομαι ή εκτέλεσης, τι άλλο; Αν υπήρχε τρόπος να ικανοποιήσω το μίσος μου, νταξ δεν το λες και μίσος αλλά απέχθεια το λες εύκολα, προς την κα. Μπι θα διάλεγα να την συρρικνώσω, σαν τον τύπο στην ταινία που συρρίκνωσε τα παιδιά του και τα έψαχνε στον κήπο. Μόνο που εγώ δεν θα την ψάξω.

Γιάννης Κακούρης