Κίτρινο Φωσφοριζέ.

Κ

Το τηλέφωνο χτύπησε αργά τη νύχτα, στην άλλη άκρη της γραμμής ο φρεντ Πλύμουθ. Πως είναι; ρώτησα. Έφυγε, απάντησε. Ο φάδερ του παλιού μου φρεντ με το προσωνύμιο Πλύμουθ, βγαλμένο από τα παλαιότερα επεισόδια του μΥδραλίου, έφυγε. Πλήρης ημερών και πλήρης αναμνήσεων, πρόλαβε να δει παιδιά κι εγγόνια, πρόλαβε να ανέβει τη σκάλα της επιτυχίας και δυστήχησε να την κατέβει, όπως τη κατεβαίνουμε όλοι. Κουτρουβαλώντας.

Δεν μπορείς ποτέ να κουτρουβαλήσεις προς τη κορυφή κι όταν σε πάρει η μπάλα και κατεβαίνεις τα σκαλιά δέκα-δέκα σαν μπόγος, βρίσκεσαι πεσμένος στο πάτωμα, με σπασμένα κόκκαλα, τσαλακωμένη περηφάνεια, συντρίμια όνειρα και διάθεση μηδέν. Δεν ξέρεις πια αν έχεις κάτι να περιμένεις και τι. Ο πατέρας τού φρεντ Πλύμουθ ήτο πληθωρική προσωπικότητα. Μπλεγμένος σε εργοστάσια υφαντουργίας, τεχνίτης και γνώστης της δουλειάς με όλη τη σημασία της λέξης, έστησε κάποτε και το δικό του εργοστάσιο.

Τα εργοστάσια όταν τα χτίζεις, πληρώνεις τα πάντα με το μέτρο ή το τμχ. Τα καλώδια, τις βίδες, τα φώτα, τις λάμπες, τις πόρτες, τα πόμολα, τα τούβλα. Το κάθε ένα έχει τιμή και αξία. Μα όταν το εργοστάσιο το γκρεμίζεις τα πάντα υπολογίζονται με τιμή κιλού, αν υπολογίζονται. Όλα διαλύονται και σκορπίζονται μπρος στα μάτια σου κι εσύ μετέωρος παρακολουθείς πως διαλύεται το οικοδόμημα σου, πως διαλύεσαι εσύ ο ίδιος. Πιστεύω πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν είχαμε όλοι βιώσει τον κεραυνοβόλο έρωτα και την απελπισία. Τον κεραυνοβόλο έρωτα που σε πολλαπλασιάζει και σ’ ανυψώνει και την απελπισία που σε διαιρεί και σε γκρεμίζει. Έτσι θα γνωρίζαμε όλοι τι μπορεί να σημαίνει και το ένα και τι το άλλο και θα υπήρχε παραπάνω κατανόηση, συμπαράσταση κι αγάπη.

Κάποιος που δεν έχει φτιάξει ποτέ τίποτα δε μπορεί να καταστραφεί, μπορεί ν΄αποτύχει αλλά δε μπορεί να καταστραφεί. Θα έπρεπε όλοι να είχαμε βιώσει την απελπισία, ήταν το πιο βοηθητικό και χρήσιμο συναίσθημα που βίωσα, μετά τον έρωτα.

Όταν ο κόπος του ανδρός διαλύεται, διαλύεται και ο ίδιος. Δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ όπως ήταν πριν. Οι περισσότερες γυναίκες βλέπουν το έργο της ζωής στα παιδιά τους, οι άντρες δε το βλέπουμε εκεί, οι περισσότεροι από εμάς δεν το βλέπουμε εκεί, τουλάχιστον όσοι έχουμε τη δημιουργία μέσα μας. Οι φήμες λένε πως ο Αντώνης Λυμπέρης όταν είχε καταρεύσει πια αλλά πριν φύγει από το παλάτι που είχε χτίσει για να σχεδιάζονται και να παράγονται τα περιοδικά του, κοιτώντας το κτήριο, τα παράθυρα, τις πόρτες, τις υποδομές και όλα όσα εξελλίσονταν εκεί μέσα ψέλλισε “δεν ξαναφτιάχνεται”. Και έτσι είναι, μερικές φορές δεν ξαναφτιάχνεται, όχι επειδή δεν μπορείς αλλά επειδή δεν προλαβαίνεις. Ο Βούδας άλλωστε το έχει πει κυριολεκτικά και περιεκτικά, “το πρόβλημα είναι πως νομίζεις ότι έχεις χρόνο”. 

Την επόμενη μέρα κι αφού ρύθμισα τα ντεσού μου με τη Μόϊα και το τσιράκι της, αποφάσισα να κυλήσω για την αιώνια Γκόλφω, την αγαπημένη μου Αθήνα. Ταξίδεψα μετ’ εμποδίων και με πολλές αναποδιές αλλά από ένα σημείο και μετά τη Θεσσαλονίκη, το πράμα είχε βρει τη σειρά του και ρόλαρα. Σκέφτηκα μήπως έχουν ολονυχτία και για να πάω κιμπάρης και περκέτης σταμάτησα στη Shell Μακρυπόταμου και αφού γέμισα τον Μπούμπη καύσιμο, πήρα ένα μπουκάλι Jack, φυστίκια και άλλα πράματα βοηθητικά για το κλάμα, αφήνοντας κάπως έκπληκτη τη ταμία για το βραδυνό μου shopping. Όταν πήγαμε στην ολονυχτία του Παναγιώτη στη Καστανούσα, η Μόϊα είχε πάρει ένα ταψί τυρόπιτα, που το πας αυτό της λέω, πάρτο και θα δούμε μου λέει. Όντως και είδαμε. Μετά τις 3-4 τη νύχτα είχε πέσει μια πείνα που θέριζε και τους νεκρούς και στην θύμηση του σοφού, καλού, Παναγιώτη, φάγαμε και ήπιαμε. Άγιος άνθρωπος ο Παναγιώτης, μου λείπει σαν το κομμάτι από το δάχτυλο που έχασα στη Κύπρο. Λείπει από πάνω μου, καθημερινά.

Ο Φρεντ Πλύμουθ είπε πως ολονυχτία δεν θα είχε κι εγώ δεν του είπα πως ταξίδευα, θα τον έβλεπα την επομένη άλλωστε, ο Jack Daniels πρέπει να περιμένει. Ο μύθος λέει πως όταν αδειάσεις ένα μπουκάλι Jack Daniels εμφανίζεται ο John Daniels, πατέρας του Jack. Μετά από πολλές απόπειρες να επιβεβαιώσουμε τον μύθο διαπιστώσαμε με τον φρεντ Πλύμουθ πως ο μόνος που έρχεται αν αδειάσεις ένα μπουκάλι Jack, είναι ο πονοκέφαλος. Στάση στο φανάρι Ιππίκου Ομίλου για Melt Burgers κι ευθεία μπρος για το πατρικό στο Πολύδροσο, εκεί που μεγαλώσαμε και άλλα με τον φρεντ Πλύμουθ και άλλους.

Ημέρα Παρασκευή η ταφή κι έβρεχε ολημερίς, έφτασα στο κοιμητήριο αναρωτώμενος αν υπάρχει και ξυπνητήριο αλλά κάτι τέτοιες, και άλλες, ερωτήσεις δεν τις μοιράζομαι με κανέναν εξόν των φανταστικών φίλων, συγγενών, εχθρών και θαυμαστών. Από τότε που αποφάσισα πως ένας και μόνος φανταστικός φίλος δεν καλύπτει το πλούσιο εσωτερικό κενό μου, τους πολλαπλασίασα. Που και που ξεπαστρεύω μερικούς και συνεχίζω. Φυσικά δεν μπόρεσα ποτέ να φτάσω το επίπεδο της φρεντ Μπόνι η οποία ως μοναχοπαίδι έπαιζει μπιρίμπα μόνη της, μοίραζε για 4 και έπαιζε για 4 κάνοντας 4 διαφορετικούς χαρακτήρες και 4 φωνές κι όλα αυτά για να περάσει η ώρα.

Για άλλους η ώρα δεν περνά και για άλλους σταματά, σκέφτηκα βλέποντας τον Τάσο μέσα στη κάσα. Άντρας πλούσιος μυαλό και σώματι ο Τάσος, είχε γίνει μια σταλιά μετά από 17 μέρες με ορούς στο νοσοκομείο και πόσο καιρό κατάκοιτος στο κρεβάτι. Υπάρχει μια θλίψη γύρω από τον θάνατο που δεν έχω καταλάβει ακόμα αν σχετίζεται με τον νεκρό τον ίδιο ή με το γεγονός ότι ερχόμαστε κοντά με τη θνησιμότητα μας. Προσωπικά θεωρώ πως ο θάνατος είναι ότι πιο κωμικό προσφέρει η ζωή, κωμικό και τίμιο και ειλικρινές. Στο θάνατο όλοι γυμνοί και όλοι ίσοι, κάτι σαν τον ιδεατό κουμουνισμό ένα πράμα. Τα νεκροταφεία εξακολουθούν και μου θυμίζουν φάμπρικα, όπως άλλωστε και τα νοσοκομεία, οι τράπεζες, τα σούπερ μάρκετ.

 

 

Ξεχωρίζω από τον κόσμο που συνόδευε τον Τάσο, περιπλάνιεμαι ανάμεσα στα μνήματα, διαβάζω τα μαρμάρα, βλέπω τις φωτογραφίες, παρατηρώ ποιός τάφος είναι φροντισμένος και καθαρός και ποιός όχι. Ποιός νεκρός υπάρχει ακόμα στη θύμηση όσων έμμειναν πίσω και ποιός λησμονήθηκε. Τα νεκροταφεία μου θυμίζουν νησί χωρίς οικιστικούς κανόνες, ο κάθε ένας διαλέγει ότι χρώμα και στυλ πέτρα θέλει, άλλος φτιάχνει κάτι σαν ένα μικρό σπιτάκι, άλλος στήνει μια καρδιά απο μάρμαρο. Είδα 2-3 τέτοιες και δη από μάρμαρο μαύρο, πράμα οξύμωρο τρόπων τινά. Σκέφτηκα, καρδιά από μάρμαρο και μαύρο τι να συμβολίζει άραγε; Τη μαύρη και κρύα καρδιά που μου χάρισε ο θάνατος σου ή τη μαύρη και κρύα αγάπη που μου χάρισες όσο ζούσες; Συνέχισα να περιπλανιέμαι, να σκέφτομαι, να κοιτάζω.

Είδα μια ταφόπλακα, έγραφε το όνομα του νεκρού κι από κάτω φαρδιά πλατιά η λέξη “ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ”. Μου φάνηκε αστείο και κωμικό, όπως όλα κωμικά μου φαίνοντα ανάμεσα στους νεκρούς. Πέρσυ τα Χριστούγεννα ήθελα να πάω ντυμένος Χάρος στο νεκροταφείο στο Μαρικόστινοβο και να τραβήξω εκεί ένα βίντεο κραδαίνοντας το δρεπάνι αριστερά – δεξιά λες και βαστάω τη σημαία της Μπαρτσελόνα στο Καμπ-Νου. “Εμένα τα Χριστούγεννα δεν μου αρέσουν αλλά προσπαθήστε να περάσετε καλά γιατί όπου να’ναι θα έρθω”, ήθελα να λέει ο Χάρος. Δεν βρήκα όμως καμεραμάν και στολή εγκαίρως και το σχέδιο έπεσε.

Τον Τάσο τον σήκωσαν 6 νταμάρια, νταμάρι κι αυτός, ανέβηκαν τα σκαλιά της εκκλησίας όπως ανέβαινε το εφηβικό μου Yamaha RD50 τις ανηφόρες, με ζόρι. Ο Τάσος ήταν φιλομαθής και φιλοσοφημένος, ήξερε πολλά αλλά μίλαγε για λίγα. Πολύ θα ήθελα να ήταν σήμερα εκεί και να περνούσα να πίναμε καφέ και να φιλοσοφούσαμε. Πόσο γρήγορα νοσταλγείς τους νεκρούς και ποτέ δεν τους ξεχνάς και πως τους λησμόνησες όσο ζούσαν, σκέφτηκα νιώθοντας ενοχές. Διάβαζε μανιωδώς, ενημερωνόταν για τα πάντα κι όταν τον ρωτούσες κάτι που το γνώριζε αντί να στο πει, σου έλεγε πήγαινε και διάβασε το, όσες φορές και να στο πω εγώ δεν θα το μάθεις ποτέ αν δεν το διαβάσεις. Ήταν αυτή η κλωστή που τον κρατούσε σ’ επαφή με τον κόσμο, μέχρι που έσπασε κι αυτή, την έσπασε η άνοια κι ο Τάσος βυθίστηκε σ’ έναν κόσμο που έχει τις πόρτες του κλειστές.

Κι ο δικός μου πατέρας έχει άννοια, φαντασοάννοια θα την έλεγα. Όλο ταξιδεύει με το μυαλό κι όλο βλέπει πρόσωπα, πρόσωπα που δεν είναι πια μαζί μας εννοώ. Η γιαγια η Ζωή όλο σουλατσάρει στο σπίτι κι ο πατέρας την προηγούμενη εβδομάδα είχε πάει στη Ρωσία με το λεωφορείο και το καρούμπαλο που έχει στο κεφάλι του το έκανε ο γερανός που έπεσε πάνω του. Πάστα Φλώρα γεμάτη χρώματα ο πατέρας εκτός από εκείνες τις στιγμές που κοιτά με βλέμα απλανές και νοσταλγικό κάτι που κανείς δεν βλέπει.

Η τελετουργία και το τι κάνεις και πότε, είναι πολύ συγκεκριμμένη στα νεκροταφεία. Τώρα πηγαίνεται εδώ, μετά πηγαίνετε εκεί, τώρα αφήστε το λουλούδι σας, τώρα πάρτε τον καφέ σας, τώρα μπορείτε να πάτε σπίτι σας, οι νεκροί περιμένουν. Σκέφτηκα πως η 1η μέρα που έγραψα μΥδράλιο ήταν η μέρα που κηδεύτηκε ο Yavor και τότε βλέποντας το πόσο λουλουδικό σκέπασε τον νεκρό σκέφτηκα πως, τέτοιο πράμα ή σε κηδεία θα δεις ή σε μπουζουκτζίδικο.

 

 

Συνέχισα να περιπλανιέμαι ανάμεσα στους νεκρούς χαζεύωντας λεπτομέρειες, πληροφορίες και πρόσωπα. Εντύπωση πολύ μου έκανε ταφόπλακα κυρίας ετών 57, κατά πως δήλωνε το μάρμαρο, επάνω στο οποίο η φωτογραφία την οποία επέλεξαν οι εναπομείναντες απείκονιζε την εν λόγω μανδάμ να τηλεφωνεί. Άραγε την καλούν ή καλεί; σκέφτηκα. Κι αφού είχαν το χιούμορ να βάλουν μια τέτοια φωτογραφία στο μνήμα γιατί δεν ολοκλήρωσαν το θεάρεστο έργο τους γράφοντας κάτω από την φωτογραφία, “δεν μπορώ τώρα, είμαι απασχολημένη!”.

Μετά άρχισα να σκέφτομαι πως θα ήθελα να είναι άραγε η δική μου ταφόπλακα, τι να γράφει, τι χρώμα καιλοιπά. Αποφάσισα πως θα μου ταίριαζε το κίτρινο φωσφοριζέ για να φαίνομαι και τη νύχτα. Και νεκρός και κομπλεξικός, σκέφτηκα.

 

Γιάννης Κακούρης