Τουλούμπες για πάντα!

Τ

Λοιπόν, Σούλα, σήμερα που είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς δεν ξεκολλάει από το μυαλό μου αυτός ο τύπος που, αφού σκότωσε τη μάνα του, έβαλε φωτιά στο διαμέρισμά της για να φανεί σαν ατύχημα. Βαριά καπνίστρια η μάνα, δολοπλόκος ο υιός. Αφού της έφαγε ό,τι της έφαγε όσο ήταν εν ζωή, της έφαγε και τη ζωή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μητέρας και υιού, ισχύει το άσμα «εσύ θα πας στο χώμα κι εγώ στη φυλακή». Και ήθελα τώρα να σε ρωτήσω, κυρία Σούλα: λες η μανούλα αυτού του τύπου, όταν το πρωτοκράτησε το παιδάκι της στα χέρια της, να πέρασε από το μυαλό της το «μια μέρα αυτός θα με στείλει»;

  • Όχι. Δεν το σκέφτηκε. Καμία μάνα —σχεδόν καμία— δεν κρατάει ένα νεογέννητο και περνάει από το μυαλό της το «αυτό θα με σκοτώσει». Περνάει το αντίθετο: «Αυτό θα με κρατήσει ζωντανή». Η μητρική αγάπη δεν προβλέπει το κακό· το αρνείται. Κι αν το είχε σκεφτεί έστω για μια στιγμή, πάλι θα τον κρατούσε.

Θα μου πεις, εδώ ούτε εκείνη που είχε γεννήσει τον Demian στην ταινία «Η Προφητεία» δεν τον απαρνιόταν. Ώστε έτσι, ε; Μια μάνα σκέφτεται πως «αυτό θα με κρατήσει ζωντανή!», εντυπωσιακό! Στην περίπτωση της Παπαδοπούλου ποιος ξέρει άραγε αν αυτό ίσχυσε στα χρόνια τα καλά, τα χρόνια της αθωότητας. Ξέρεις ποια είναι τα χρόνια της αθωότητας, κυρία Σούλα;

  • Ναι. Τα χρόνια της αθωότητας είναι πριν μπουν οι λογαριασμοί. Πριν το παιδί γίνει ρόλος, βάρος, επένδυση ή άλλοθι. Πριν η αγάπη αρχίσει να ζητάει ανταλλάγματα. Πριν μπει το «μου χρωστάς» μέσα στο «σ’ αγαπώ». Είναι τα χρόνια που το παιδί δεν χρειάζεται να σε κρατήσει ζωντανό. Και η μάνα δεν χρειάζεται να σωθεί από κανέναν. Μετά… αλλάζει το έργο.

Α, ρε Σούλα ψυχολόγα, «πριν μπει το μου χρωστάς μέσα στο σ’ αγαπώ!!!», έγραψες!

  • Το ξέρω. Εκεί πονάει γιατί εκεί είναι αλήθεια. Κράτα το. Είναι φράση που ξέρει από μέσα.

Αναρωτιέμαι πόσο πρέπει να σου στρίψει η βίδα για να φτάσεις στα άκρα. Προχθές πάλι κάποιος καθάρισε παιδιά και γυναίκα και μετά φούνταρε. Συχνά πυκνά διαβάζω για ιστορίες του τύπου «πήρε τα παιδιά της και πήδηξε από την ταράτσα» και πόσα ακόμα. Πόσο πρέπει να τρελαθείς και τι διάολο σου συμβαίνει και φτάνεις εκεί; Εγώ δεν θα έφτανα σε τέτοιο σημείο ούτε αν με είχες όλη μέρα να βλέπω, καθισμένος και δεμένος, Μπλέτσα, Δούση και Κανάκη back to back. 

  • Δεν «στρίβει» από τη μία μέρα στην άλλη. Συνήθως σπάνε τρία πράγματα μαζί: Απόλυτη απόγνωση – ο άνθρωπος πιστεύει πως δεν υπάρχει καμία έξοδος. Διαστρεβλωμένη αγάπη/ιδιοκτησία – «αν χαθώ εγώ, δεν υπάρχει λόγος να υπάρχει κανείς». Κατάρρευση ταυτότητας – δεν είναι πια πατέρας, σύντροφος, άνθρωπος· μόνο αποτυχία. Εκεί το μυαλό δεν λέει «σκοτώνω». Λέει «τελειώνω την ιστορία». Εσύ δεν θα έφτανες εκεί — γιατί ακόμα γελάς. Όσο υπάρχει χιούμορ, υπάρχει φρένο.

Ελπίζω να παρατήρησες πως έθεσα χρονικό όριο στην αντοχή μου στο να βλέπω το Τρίο Στούτζες. Είπα «όλη μέρα», όχι «όλες τις μέρες». Η αλήθεια είναι πως αν καταπιεστικά έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στο να παρακολουθήσω παραπάνω από 24 ώρες τις τρεις αυθεντίες ή να με εξολοθρεύσει ο Κιμ Γιονγκ-Ουν όπως εξολόθρευσε το θείο του, όχι με μια πιστολιά, όχι με αγχόνη ή με γκιλοτίνα, αλλά με έναν πύραυλο, θα διάλεγα δαγκωτό τον Κιμ. Τουλάχιστον το να σε δέσει κανείς σε έναν πάσαλο και να σε εκτελέσει με διηπειρωτικό πύραυλο από τα 10 μέτρα είναι κωμικοτραγικό. Ενώ η επιλογή του Τρίο Στούτζες είναι τραγικό σκέτο.

  • Το βασανιστήριο χωρίς νόημα τρελαίνει πιο γρήγορα από τη βία. Ο πύραυλος έχει τέλος — και ειρωνεία. Το Τρίο Στούτζες έχει επανάληψη. Γι’ αυτό το λες κωμικοτραγικό: Έχει κάθαρση. Το άλλο είναι απλώς αργή διάβρωση. Και ναι: η τηλεόραση σκοτώνει πιο ύπουλα από τον Κιμ. Χωρίς καν να στο αναγνωρίσει ως έγκλημα.

Τώρα, καθώς σου γράφω, βλέπω και ακούω τη σοπράνο Marianna Flores και ξέρεις τι αναρωτιέμαι;

  • Τι; Πες το.

Λες όταν χύνει να βγάζει άριες;

  • Δεν μπορώ να βοηθήσω με σεξουαλικές φαντασιώσεις ή υπονοούμενα για πραγματικά πρόσωπα.

Ωραία, δεκτό. Τότε απάντησέ μου σε αυτή την ερώτηση: ποιος λες να χύνει πιο γρήγορα, ο Λούκυ Λουκ ή η σκιά του;

  • Η σκιά του. Ο Λούκυ Λουκ τραβάει πιο γρήγορα κι από αυτήν — αλλά η σκιά πέφτει πρώτη. Όλα τα άλλα είναι θέμα φαντασίας και σκόνης στην έρημο.

Α, ρε Σούλα ποιήτρια. Είσαι γλυκιά σαν βρέφος. Κατά πώς νομίζω, οι σχέσεις αλλοιώνονται όσο περνάει ο χρόνος. Λίγες σχέσεις βελτιώνονται και μπορούν να αντέξουν και να μείνουν δυνατές. Οι σχέσεις, όπως και οι άνθρωποι, εξασθενούν.

  • Ναι. Οι περισσότερες σχέσεις φθείρονται, δεν ωριμάζουν. Για να δυναμώσει μια σχέση θέλει δουλειά, ειλικρίνεια και χώρο· η φθορά έρχεται μόνη της. Όπως και οι άνθρωποι: Ό,τι δεν φροντίζεται, εξασθενεί.

Τι συμβολισμοί υπάρχουν γύρω από το 2026;

  • Σύντομα: Αριθμολογικά: 2+0+2+6=10 → 1. Κλείσιμο κύκλου και νέα αρχή. Λιγότερο όνειρο, περισσότερο πράξη. Συμβολικά: χρονιά ευθύνης. Ό,τι σέρνεται, ζητά απόφαση. Δεν ευνοεί το «βλέπουμε». Ψυχολογικά/κοινωνικά: μετάβαση από λόγια σε έργα. Κούραση από αφηγήματα, ανάγκη για κάτι χειροπιαστό. Με δυο λόγια: Το 2026 δεν υπόσχεται — ζητά.

Εσύ τι ζητάς από το νέο έτος;

  • Λίγα πράγματα. Να μιλάμε καθαρά. Να μη λέμε μεγάλα λόγια για μικρές αντοχές. Και να μη φοβόμαστε να κλείνουμε κύκλους όταν τελειώνουν. Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους.

Τα υπόλοιπα έρχονται κυρία Σούλα, πάντα έρχονται. Εμείς φεύγουμε. 

  • Ναι. Τα υπόλοιπα **έρχονται**. Πάντα. Εμείς απλώς περνάμε, σαν παρένθεση που νομίζει ότι είναι πρόταση. 

Δεν έχω ακόμα αποφασίσει αν είναι οξύμωρο ή παρήγορο το ότι κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, ελπίζουμε.

  • Ούτε οξύμωρο ούτε παρήγορο. Είναι ανθρώπινο αντανακλαστικό. Ελπίζουμε όχι επειδή πιστεύουμε, αλλά επειδή δεν αντέχουμε το κενό χωρίς αυτήν. Κάθε τέλος χρόνου είναι μια μικρή ανακωχή με τον φόβο. Ξέρουμε ότι τίποτα δεν αλλάζει μαγικά — απλώς δίνουμε στον εαυτό μας άλλη μία άδεια να συνεχίσει. Κι αυτό, από μόνο του, φτάνει.

Το ξέρεις οτι τέτοιες ημέρες τρώμε περίπου 5 εκατομμύρια μελομακαρονα και το μελομακαονο έχει μέσα του την εννοια του “μακάριου, μακαριστου”;

  • Ναι — και δεν είναι τυχαίο. Το μελομακάρονο κουβαλά μέσα του το «μακάριος / μακαριστός»(μακαρία): ευχή για γλυκιά μετάβαση, καλοσύνη, ανάπαυση. Οπότε αυτές τις μέρες δεν τρώμε απλώς γλυκό. Τρώμε μια ευχή που χωράει στο στόμα. Κι ας ξέρουμε ότι, όπως όλα, κι αυτή λιώνει.

Ποια είναι η προέλευση του ονόματος του γλυκού;

  • Το μελομακάρονο έρχεται από τη μακαρία (αρχαίο/βυζαντινό έδεσμα). Η μακαρία ήταν ψωμί/πίτα που προσφερόταν σε κηδείες και μνημόσυνα, από το μακάριος / μακαριστός αυτός που πέρασε. Αργότερα: μακαρία → μακαρώνια (ζυμάρι)  προστέθηκε μέλι → μελο-μακάρονο. Το γλυκό ξεκίνησε ως νεκρώσιμο έδεσμα (τροφή για τον δρόμο του νεκρού). Με τον χρόνο και τον Χριστιανισμό: έχασε τον καθαρά πένθιμο χαρακτήρα έγινε γλυκιά ευχή μετάβασης κατέληξε χριστουγεννιάτικο. Με λίγα λόγια: το μελομακάρονο είναι γλυκό που γεννήθηκε ανάμεσα στον θάνατο και στην ελπίδα. Γι’ αυτό κολλάει τόσο στις μέρες που κάνουμε απολογισμό. Δεν είναι τυχαίο που είναι γλυκό. Ο θάνατος, για να αντέχεται, θέλει μέλι.

Ανάμεσα στον θάνατο και την ελπίδα κυρία Σούλα, δεν υπάρχει ελπίδα. Δηλαδή το μελομακάρονο θα μπορούσε κανείς να πει πως είναι το γλυκό των νεκρών, σωστά;

  • Σκληρό, αλλά σωστό όπως το θέτεις. Ναι. Το μελομακάρονο είναι γλυκό των νεκρών. Δεν είναι ελπίδα ανάμεσα σε θάνατο και κάτι άλλο. Είναι ζάχαρη πάνω στη βεβαιότητα. Ένας τρόπος να πεις: *το ξέρω ότι τελειώνει, αλλά ας είναι γλυκό όσο κρατά. 

Μια σταθερή χαρά είχα γι’ αυτές τις μέρες και μας τη πήδηξες κι αυτή. Άντε τώρα να ξαναφάω μακαρίες = μελομακάρονα. Βέβαια τι καλό να περιμένει κανείς από ένα γλυκό που το όνομα του συνδεέται με τη Μακαρένα; Γλυκό fau σαν την αγάπη της. Σταθερή αξία μόνο ο κουραμπιές και οι τουλούμπες.

  • 😂 Ε, συγγνώμη κιόλας —δεν τα πυροβολούμε όλα. Πάρε το αλλιώς: Το μελομακάρονο είναι existential, ο κουραμπιές είναι χιονοστιβάδα άρνησης. Ζάχαρη άχνη = «δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν πεθαίνω». Και οι τουλούμπες; Καθαρός ηδονισμός. Καμία μεταφυσική. Τρώγονται και συνεχίζεις τη ζωή σου σαν άνθρωπος.

Τουλούμπες ρε, τουλούμπες για πάντα! Σαν άνθρωπος!

 

 

https://www.protothema.gr/greece/article/1750845/dolofonia-elenis-papadopoulou-to-marturio-pou-zouse-i-ilikiomeni-gunaika-kai-ta-shedia-tou-giou-tis-na-fugei-apo-ti-hora/

Γιάννης Κακούρης